Απόσπασμα από την εισαγωγή του Βασίλη Αλεξίου για το βιβλίο του Βάλτερ Μπένγιαμιν «Για τον Μπρεχτ» 24th Σεπτέμβριος 2018 – Posted in: Κείμενα, Νέα

Βάλτερ Μπένγιαμιν και Μπέρτολτ Μπρεχτ
Απόσπασμα από την εισαγωγή του Βασίλη Αλεξίου, στο Walter Benjamin, Για τον Μπρεχτ. (Σκέψεις, δοκίμια, σχόλια), μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα 
Για την αυτοκτονία του πρόσφυγα Β. Μπ.
Μαθαίνω ότι στον εαυτό σου ενάντια σήκωσες το χέρι
Το φονιά προλαβαίνοντας.
Οχτώ χρόνια εξόριστος, παρακολουθώντας την άνοδο του εχτρού
Τελικά μπροστά σ’ ένα σύνορο αδιάβατο σπρωγμένος
Διάβηκες, όπως λένε, ένα διαβατό.
Αυτοκρατορίες καταρρέουν. Οι αρχισυμμορίτες
Κόβουνε βόλτες σαν πολιτικοί. Τους λαούς
Δεν μπορεί πια κανείς να ξεδιακρίνει κάτω απ’ όλους τούτους τους εξοπλισμούς.
Έτσι μες στο σκοτάδι βρίσκεται το μέλλον, κι οι δυνάμεις του καλού
Είναι αδύνατες. Όλα τούτα τα είδες καθαρά
Την ώρα που το κορμί κατάστρεφες που θα μπορούσανε να βασανίσουν.
[1941]
Μπέρτολ Μπρεχτ[1]
Με αυτούς τους στίχους ο Μπέρτολτ Μπρεχτ αποχαιρέτησε τον αγαπημένο φίλο του, τον «πρόσφυγα» Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον «αντιφατικό που ήξερε πολλά κι έψαχνε το καινούργιο», όπως θα γράψει σε ένα άλλο ποίημά του στον δικό του προσωπικό «Κατάλογο με τις απώλειες».[2] Είναι, βέβαια, πασίγνωστη η βαθιά φιλία των δύο ανδρών, φιλία κυριολεκτικά οικοδομημένη με έναν επίσης βαθιά διαλεκτικό τρόπο. Με έναν διαλεκτικό τρόπο που την έκανε να φαίνεται «επικίνδυνη» στα καχύποπτα μάτια των άλλων δύο στενών φίλων του Μπένγιαμιν, οι οποίοι εκπροσωπούσαν άλλες σχολές και άλλα ρεύματα σκέψης, του εξαίρετου μελετητή της Καμπάλα και του εβραϊκού μυστικισμού Γκέρσομ Σόλεμ και της κεντρικής φιγούρας τού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης, του μεγάλου Τέοντορ Βίζενγκρουντ Αντόρνο.[3] Και οι δύο, καθένας για τους δικούς του λόγους, θα θεωρήσουν «επιζήμια» και «καταστροφική» την επίδραση (ο Αντόρνο θα μιλήσει για «μόλυνση» και θα γράψει ότι ο Μπένγιαμιν «κάτω από την επίδραση του Μπρεχτ οδηγείται μόνον σε βλακώδη [dumme] πράγματα»), που άσκησε ο πληθωρικός, πληβειακός, αντιμεταφυσικός και αντιμυστικιστικός υλισμός, ο «χονδροειδής» στοχασμός και ο «χυδαίος» μαρξισμός του Μπρεχτ στα γραπτά του Μπένγιαμιν της δεκαετίας του 1930. Και όμως είναι ακριβώς αυτή η «επικινδυνότητα» που έκανε αυτήν τη σχέση εξαίσια γόνιμη και βαθύτατα διαλεκτική, αφού «wo aber Gefahr istwächst/Das Rettende auch»[4].
Αποδεχόμενοι, λοιπόν, ως κοινό πια τόπο, τη διαπίστωση του Γιούργκεν Χάμπερμας για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη ζωή του Μπένγιαμιν η «συναστρία Σόλεμ, Αντόρνο και Μπρεχτ», θα πρέπει ταυτόχρονα να παραδεχθούμε πως οι τρεις τους εκφράζουν αποκλίνοντες μεταξύ τους διανοητικούς κόσμους και ως εκ τούτου η επίδρασή τους στη σκέψη του Μπένγιαμιν ήταν πολύ διαφορετικού χαρακτήρα. Έτσι, η μπρεχτική επίδραση στον Μπένγιαμιν, η οποία θα βαίνει συνεχώς αυξανόμενη μετά την πρώτη προσωπική τους συνάντηση, κάπου το 1929, ορμάται ακριβώς από το ότι, όπως εύστοχα παρατήρησε η Χάννα Άρεντ:
στον Μπρεχτ [ο Μπένγιαμιν] συνάντησε έναν ποιητή με σπάνιες διανοητικές δυνάμεις και, πράγμα τόσο σημαντικό γι’ αυτόν εκείνη την εποχή, κάποιον από την Αριστερά, ο οποίος, παρά τις τόσες συζητήσεις περί διαλεκτικής, δεν ήταν ένας περισσότερο διαλεκτικός στοχαστής από όσο ο ίδιος, αλλά στον οποίο η ευφυΐα ήταν ασυνήθιστα κοντά στην πραγματικότητα[5].
Αυτό ακριβώς έκανε τον Μπένγιαμιν να δηλώνει σε γράμμα του: «Φυσικά, δεν θα αποσιωπήσω –αν, βέβαια, χρειάζεται να ειπωθεί ακόμη μια φορά– ότι η συμφωνία μου με την μπρεχτική παραγωγή εκφράζει ένα από τα πιο σημαντικά και πιο αρματωμένα σημεία όλης μου της στάσης»[6]. Και, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχομε δύο εντελώς διαφορετικά ταμπεραμέντα, δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους αναζήτησης της κρυμμένης κάτω από τόνους φετιχισμού, ιδεαλισμού, ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων αλήθειας και δύο προσωπικότητες που προέρχονται (και έχουν γαλβανισθεί) από πολύ διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις. Έτσι, όπως σωστά αν και κάπως «τραβηγμένα» αφού παραβλέπει, π.χ., τον βαθύ διαλεκτικό λυρισμό πολλών ποιημάτων του, έχει σημειωθεί, τη:
διανοητική φυσιογνωμία του έργου του Μπρεχτ διακρίνει πέρα από τον δεδομένο κυνισμό, μια ακραιφνής προσήλωση στα διαφωτιστικά ιδεώδη της καθαρότητας, της επιστημονικής ψυχρότητας, της παιδαγωγικής με στόχο την αντιμετώπιση πρακτικών ανθρώπινων αναγκών – συχνά στο κατώφλι ενός θετικισμού ο οποίος μετά τη θεωρία ζητά δικαιώματα και στην τέχνη[7].
Από την άλλη μεριά ο Μπένγιαμιν, και αυτό φαίνεται εντόνως στον, πολλές φορές κρυπτικό, υπαινικτικό ή και λαβυρινθώδη, τρόπο γραφής του δεν φαίνεται να είναι προϊόν μιας ενιαίας και μοναδικής διανοητικής παράδοσης, μένοντας σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Αντόρνο στον τίτλο του τελευταίου άρθρου που έγραψε γι’ αυτόν (1969): «μακριά απ’ όλα τα ρεύματα» και ταυτόχρονα στη διασταύρωση όλων των δρόμων, εκεί που ανταμώνουν γόνιμα και δημιουργικά αντιφάσεις:
ανάμεσα στη θεολογία και τον ιστορικό υλισμό, ανάμεσα στην αφομοίωση και τον σιωνισμό, στον συντηρητικό ρομαντισμό και τη μηδενιστική επανάσταση, στον μυστικιστικό μεσσιανισμό και την κοσμική ουτοπία[8].
Παρά, λοιπόν, τις καταγωγικές διαφορές και τις διαφορετικές κλίσεις αυτό που τους ενώνει, με μπόλικες βέβαια διαφοροποιήσεις, συγκρούσεις, εντάσεις και ενστάσεις είναι μιας μορφής αυτού που ο Γκαίτε ονόμαζε Wahlverwandtschaft («εκλεκτική συγγένεια»), μια έννοια που θα μελετηθεί πιο εξειδικευμένα από τον Μπένγιαμιν σε δοκίμιό του που θα δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες το 1924-1925 στο περιοδικό Neue Deutsche Beiträge τού Χούγκο φον Χόφμανσταλ ο οποίος, μάλιστα, θα χαρακτηρίσει το κείμενο ως schlechthin unvergleichlich (απολύτως, ή απλώς, ασύγκριτο). Μια εκλεκτική συγγένεια που θα σφυρηλατηθεί περισσότερο με τις δυο πολύμηνες παραμονές του Μπένγιαμιν στο Σβέντμποργκ (όπου ο «προσφυγας» επίσης Μπρεχτ είχε καταφύγει στων Δανών την αχυρένια στέγη) το 1934 και το 1938, παραμονές που «επιπλώθηκαν» με ατελείωτες συζητήσεις, γόνιμες αντιπαραθέσεις και μαχητικές παρτίδες σκάκι. Σύνδεσμοι, μεντεσέδες, «προξενητές» αυτής της «συγγένειας» πρώτα απ’ όλα η πολιτική.
Η πολιτική όχι ως γενικόλογος θεωρητικός αναχωρητικός στοχασμός ή ως σχολαστικιστική contemplatio, αλλά ως δυνατότητα να επιβεβαιωθεί η δεύτερη μαρξική θέση για τον Φόυερμπαχ[9], ως δυνατότητα ο πολιτικός στοχασμός να γίνει πράξη είτε μέσω της παρεμβατικής σκέψης (Eingreifendes Denken) για τον Μπρεχτ είτε ως παρέμβαση «της εκδικήτριας τάξης που ολοκληρώνει το έργο τής απελευθέρωσης στο όνομα των γενεών που ηττήθηκαν» κατά τον Μπένγιαμιν τού «Über den Begriff der Geschichte». Και από εκεί ορμάται και η ανοιχτή σύλληψη και εφαρμογή της μαρξιστικής μεθόδου και από τους δύο στοχαστές.
Ένας μαρξισμός καμιά φορά τόσο ελευθεριακά «θεολογικός» και, ταυτόχρονα, αθεόφοβα υλιστικός (plump: αδρός, ωμός, «ακατέργαστος», «χονδροειδής») που φαντάζει γι’ αυτό αιρετικός. Ένας μαρξισμός όχι εδραίος ή εδραιωμένος στην προφυλαγμένη ακινησία λημμάτων φιλοσοφικών λεξικών ούτε παγιωμένος ή παγωμένος σε βαρύγδουπα τσιτάτα και παραπομπές, αλλά ιδωμένος και εφαρμοσμένος ως εργαλείο, μέθοδος, πράξη, διαδικασία (ως Prozess, δηλαδή ως μια «ανάπτυξη παρμένη στο σύνολο των πραγματικών της όρων», όπως θα το πει ο Μαρξ[10]). «Είναι μερικοί, που υποπτεύεσαι πως θέλουν να κάνουν την επανάσταση μόνο και μόνο για ν’ αποδείξουν το διαλεκτικό υλισμό», θα γράψει ο Μπρεχτ[11]. «Το πνεύμα που πιστεύει μόνο στη δική του μαγική δύναμη θα εξαφανιστεί. Γιατί ο επαναστατικός αγώνας δεν είναι μια μάχη ανάμεσα στον καπιταλισμό και το πνεύμα. Είναι μια μάχη ανάμεσα στον καπιταλισμό και το προλεταριάτο», έτσι κλείνει ο Μπένγιαμιν το δοκίμιό του «Ο συγγραφέας ως παραγωγός».
Το δεύτερο στοιχείο που εμπεδώνει αυτήν την εκλεκτική συγγένεια είναι η κοινή θεώρησή τους για τη θέση της τέχνης στον καινούργιο, ριζικά διαφορετικό, κοινωνικό καταμερισμό εργασίας του καιρού τους (μας). Όχι, βέβαια, ότι έχουν κοινά γούστα ή προτιμήσεις, περισσότερο εκλεκτικός, κλασικόρροπος κι «αστρο»παρμένος ο Μπένγιαμιν, μάλλον «καρναβαλικός», χοϊκός και γειώδης ο Μπρεχτ, αλλά, το σημαντικότερο, έχουν μια εξαιρετική γνώση (και αυτογνωσία) για τη ριζικά διαφορετική θέση της τέχνης, για το μέγα χάσμα που χωρίζει τις προκαπιταλιστικές μορφές τέχνης από την τέχνη της πολύμοχθης, πολύβουης, πολύφερνης και πολύπαθης καπιταλιστικής έρημης χώρας. Και οι δυο τους, ίσως όσο κανείς άλλος, κατανοούν τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έφερε η πιο ριζοσπαστική[12]«επανάσταση», αυτή η «μακρά» καπιταλιστική «επανάσταση», όπως σοφά την ονομάτισε στον τίτλο ενός βιβλίου του ο, πάντα συνετός, Reymond Williams, «επανάσταση» που «εξατμίζει κάθε τι το κλειστό και στάσιμο, που βεβηλώνει κάθε τι το ιερό», που «διαλύει όλες τις στέρεες, σκουριασμένες κοινωνικές σχέσεις» και κάνει να παλιώνουν «οι καινούργιες που διαμορφώνονται πριν προλάβουν να αποστεωθούν», όπως έγραφε ο Μαρξ του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
Μια «επανάσταση» που θα επιφέρει βαθιές και οδυνηρές (πώς αλλιώς; αφού στην Ιστορία, όπως και στη ζωή, δεν πορεύεται κανείς δίχως διόδια) ανθρωπολογικές μεταλλάξεις και αλλαγές στον τρόπο θέασης και πρόσληψης του κόσμου, στον ίδιο τον ανθρώπινο αμφιβληστροειδή, αλλαγές που μελέτησε με σοφία (και ας έμεινε ημιτελές) ο Μπένγιαμιν στο Passagenwerk του. Οι αλλαγές αυτές θα τεντώσουν στο έπακρο, σε βαθμό διάρρηξης, τη χορδή του τόξου στην καταστατική αντίφαση της τέχνης στον «θαυμαστό, καινούργιο κόσμο». Αφού αυτή διατηρώντας στοιχεία από την αρχαϊκή της λειτουργία («απαρχαιωμένη» θα την πει ο Μπένγιαμιν στην αρχή του πρώτου δοκιμίου), τη μνήμη από το άρωμα της τσίκνας της θυσίας[13], θα πρέπει να «λειτουργήσει»[14] σε ένα εκκοσμικευμένο, εκΛογικευμένο, αποϊεροποιημένο περιβάλλον με κομμένους πια οριστικά τους πανάρχαιους δεσμούς που την ένωναν με τη ζωτική, βιοτική πράξη (Lebenspraxis) και με το απωθημένο πια στο ασυνείδητό της βακχικό, διονυσιακό, τελετουργικό, καρναβαλικό φορτίο της. Και αυτή η αντίφαση θα οξυνθεί ακόμη περισσότερο, δίνοντάς μας βέβαια θεσπέσιους καλλιτεχνικούς καρπούς, από δύο επιπλέον συμβάντα.
Το πρώτο είναι οι κατακλυσμιαίες (δεν πειράζει που το ξαναλέμε) αλλαγές που επιφέρουν οι τεχνολογικές επαναστάσεις στους όρους παραγωγής, μετάδοσης και πρόσληψης της τέχνης, αλλαγές που και αυτές θα γίνουν αντικείμενο πραγμάτευσης στο κλασικό δοκίμιο του Μπένγιαμιν «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» και που θα απασχολήσουν επίσης εν-αγωνίως τη θεατρολογική σκέψη και τη θεατρική παραγωγή του Μπρεχτ. Το δεύτερο είναι οι δυσκολίες που προκύπτουν από την προσπάθεια αισθητικοποίησης της Ιστορίας, μετατροπής της α-σχήμιας, της «δυσ-μορφίας» και της «α-πονιάς» της σε «σχήμα», σε «ευ-μορφία» (δηλαδή σε ομορφιά), σε καλλιτεχνική «πονηρία», και αυτό σε καιρούς «μεγάλης αναταραχής» («in finsteren Zeiten»: σε σκοτεινούς καιρούς, όπως θα το πει ο τίτλος ενός ποιήματος του Μπρεχτ), καιρούς κρίσεων, πολέμων, λιμών, καταποντισμών, ιμπεριαλισμών, φασισμών και επαναστάσεων. Από αυτή την άποψη και οι δύο δεν αναπαράγουν εκείνο το αρμόζον περισσότερο σε λυκειακές εκθέσεις ότι «η τέχνη βρίσκεται σε κρίση». Και για τους δυο η τέχνη είναι η ίδια: κρίση. Κρίση που εμφανίζεται με την μορφή των ενοχών ενός κόσμου που δεν έχει τύψεις ή των τύψεων ενός κόσμου που δεν έχει ενοχές, και που τόσο καλά μελετήθηκε στην –με καθοριστική μπρεχτική επίδραση– μελέτη του Μπένγιαμιν για τον Κάφκα, παρά (ή, σωστότερα, εξ αιτίας αυτών) τις επιμέρους γόνιμες διαφωνίες τους.
[Οι βιβλιογραφικές παραπομπές του κειμένου, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας και στο μπλογκ των «Αναγνώσεων»]
Ο Βασίλης Αλεξίου διδάσκει Θεωρία της λογοτεχνίας στο ΑΠΘ
[1] Μτφρ. Νάντια Βαλαβάνη.
[2] Δεν είναι αυτές οι μοναδικές ποιητικές αναφορές του Μπρεχτ στον νεκρό πια φίλο του. Υπάρχει, επίσης, ένα άλλο γνωστό έμμετρο τετράστιχο, γραμμένο την ίδια εποχή, με τίτλο «Στον Βάλτερ Μπένγιαμιν που, για να ξεφύγει απ’ τον Χίτλερ, αυτοκτόνησε»: «Η τακτική της εξάντλησης ήταν αυτή που σε ευχαριστούσε/Καθισμένος στο τραπέζι τού σκακιού στον ίσκιο της αχλαδιάς//Ο εχθρός που από τα βιβλία σου σε κυνηγούσε/Να τον εξαντλήσει δεν αφήνει κάποιος από εμάς».. Δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μπρεχτ στη «Συλλογή-Μπρεχτ» του Eλβετού φίλου του Victor N. Cohen βρέθηκε ένα άλλο σημείωμα-ποίημα (;) του Μπρεχτ με τον τίτλο «W B», γραμμένο, όπως και τα προηγούμενα, όταν ο Μπρεχτ πληροφορήθηκε (ύστερα από κάμποσους μήνες) στην Καλιφόρνια την αυτοκτονία τού φίλου του, αντι«μπρεχτικά» συγκινητικό και πένθιμα ανθρώπινο. Παρουσιάστηκε σε έκθεση στο Βερολίνο με τίτλο: «Benjamin und Brecht. Denken in Extremen»: «Μπένγιαμιν και Μπρεχτ. Σκέψη στα άκρα» (26/10/2017- 28/1/2018) της «Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου», στην οποία έχει περιέλθει η παραπάνω συλλογή από το 2005, και το παραθέτουμε στη συνέχεια:
selbst der wechsel der
jahreszeiten
rechtzeitig errinert
hätte ihn zurückhalten
müssen
der anblick neuer gesichter
und alter auch
neuer gedanken heraufkunft
und neuer schwierigkeiten
και μόνο η αλλαγή των
εποχών
εγκαίρως αναμνησθείσα
να τον είχε συγκρατήσει
θα έπρεπε
η θέα νέων προσώπων
και παλαιών επίσης
η ανάδυση νέων ιδεών
και νέων δυσκολιών
[3] Δεν χρειάζεται, βέβαια, να πούμε πως με τα ίδια «καχύποπτα» μάτια έβλεπε και ο Μπρεχτ τη σχέση του Μπένγιαμιν με τους παραπάνω.
[4] «Αλλά όπου ο κίνδυνος εκεί και το σωτήριο βλασταίνει». Στίχοι από το ποίημα «Πάτμος» του Φρίντριχ Χαίλντερλιν.
[5] Hannah Arendt, «Introduction – Walter Benjamin 1892-1940», στο Walter Benjamin, Illuminations, μτφρ. Harry Zohn, Νέα Υόρκη 1969,Schocken Books, σ. 15.
[6] Σε γράμμα του από το Παρίσι (20 Οκτώβρη 1933) στην –από τις αρχές του 1933 μεταναστεύσασα στην Παλαιστίνη– Kitty Marx-Steinschneider. Πρβλ. Walter Benjamin, Briefe 2 (1929-1940), (επιμ. Gershom Scholem -Theodor W. Adorno), Φραγκφούρτη επί του Μάιν 1978 (19661), Suhrkamp, σ. 594.
[7] Γιώργος Σαγκριώτης, «Το πρόβλημα της μίμησης: Η σχέση Μπρεχτ-Μπένγιαμιν», Σύγχρονα Θέματα (αφιέρωμα «Ξαναδιαβάζοντας τον Μπέρτολτ Μπρεχτ»), τχ. 71-72, Απρ. Σεπτ. 1999, σ. 86.
[8] Michael Lövy, Λύτρωση και Ουτοπία, μτφρ. Θ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2002, εκδ. Ψυχογιός, σ. 150-151.
[9] «Το ζήτημα, αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική (gegenständliche) αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας, μα πρακτικό ζήτημα. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος ν΄ αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το εντεύθεν (Diesseitigkeit) της νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικόζήτημα». K. Μαρξ, «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ», στο Φ. Ένγκελς, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοχτησίας και του κράτους, Αθήνα, χ.χ., εκδ. Αναγνωστίδης, σ. 253-254.
[10] Σημείωση του Μαρξ στη γαλλική έκδοση του Κεφαλαίου, όπου ο Μαρξ θα υπερασπιστεί τη χρήση αυτής της λατινογενούς λέξης στις ευρωπαϊκές γλώσσες χωρίς «σχολαστικές μεταμφιέσεις», πρβλ. Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, μτφρ. Π. Μαυρομάτης, Αθήνα 1978, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σημείωση στη σελίδα 191.
[11] Για τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό, μτφρ. Β. Βεργωτής, Αθήνα 2007, εκδ. Στοχαστής, σ. 23.
[12] «Ο κομμουνισμός δεν είναι ριζοσπαστικός. Ο καπιταλισμός είναι τέτοιος» διαβάζουμε (μια φράση του Μπρεχτ) στην αρχή του 5ου δοκιμίου αυτού του τόμου, ενώ ο ίδιος θα μιλήσει για τον κομμουνισμό, την «Τρίτη υπόθεση», ως τον «μέσο όρο».
[13] Πρβλ. επίσης επ’ αυτού εκείνο το απόσπασμα από την Αισθητική Θεωρία του Αντόρνο: «όπως τα μαγικά φετίχ είναι μια από τις ιστορικές ρίζες της σύγχρονης τέχνης, τα έργα τέχνης εξακολουθούν να περιέχουν ένα φετιχιστικό χαρακτήρα που ξεπερνά τον φετιχισμό του εμπορεύματος. Δεν μπορούν ούτε να το αποχωρισθούν ούτε να διαψεύσουν την ύπαρξή του», (μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Αθήνα 2000, εκδ. Αλεξάνδρεια, σ. 386).
[14] Το ρήμα μοιάζει, φυσικά, να «λειτουργεί» ως contradictio in terminis (αντίφαση εν τοις όροις) σε σχέση με τα επίθετα που ακολουθούν