Οι εθνικισμοί στη συνάφεια της γεωπολιτικής – Μια υποσημείωση για το «μακεδονικό» ζήτημα. Του Νίκου Κατσιαούνη 21st Ιανουάριος 2019 – Posted in: Κείμενα, Νέα

Οι εθνικισμοί στη συνάφεια της γεωπολιτικής

Μια υποσημείωση για το «μακεδονικό» ζήτημα

 

Του Νίκου Κατσιαούνη

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού Το Έρμα

 

«Δεν μπορούμε να φανταστούμε ποιοι δυσκολεύονται να το καταλάβουν: “Ξέρουμε τι είναι όταν δεν μας ρωτάτε”, αλλά δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε ή να το ορίσουμε εν συντομία»

                                                                                                                                            Ουώλτερ Μπάτζοτ περί έθνους

 

 

Τελικά, το κράτος γέννησε το έθνος ή το έθνος γέννησε το κράτος; Προϋπήρχαν οι εθνικές ταυτότητες και τα εθνικά φαντασιακά των κρατικών συγκροτήσεων ή στην αυγή των Νέων Χρόνων η δημιουργία των σύγχρονων κρατών οδήγησε και στην κατασκευή των εθνικών φαντασιακών; Ή, από την άλλη, κράτος και έθνος δημιουργούνται ταυτόχρονα πάνω στα ερείπια της φεουδαλικής οργάνωσης, αποτελώντας την κοινωνικοϊστορική ενσάρκωση των νεωτερικών και διαφωτιστικών εξαγγελιών της ανθρωπότητας; Η απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήσεις είναι εύκολη μόνο υπό το πρίσμα μιας ιδεολογικής οπτικής που δίνει χώρο σε μια ευκολότερη αφήγηση για τον κόσμο, ανάλογα με την τοποθέτηση του καθενός.

 Η έννοια του έθνους είναι, εκτός πολλών άλλων, έννοια καθοριστικά πολιτική, η οποία στις αρχικές της σημασιακές και νοηματικές  καταβολές λειτούργησε ως αναγκαίο συμπλήρωμα της ελλειμματικής έννοιας του «λαού». Οι πρώιμοι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί αποτέλεσαν το ιδεολογικό και πολιτικό άρμα για την ομογενοποίηση του εσωτερικού των κρατικών δομών και τη μετάβαση από τις βασιλικές και δυναστικές κοινωνίες στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ασχέτως του αν τα έθνη αποτελούν φαντασιακές κοινότητες που ετεροπροσδιορίζονται ή αυτοπροσδιορίζονται, το σίγουρο είναι ότι παράγουν νόημα και πολιτική για τα άτομα και τις κοινωνίες.

Το «μακεδονικό ζήτημα» τίθεται εκ νέου με ένταση σε μια περίοδο που οι εθνικές πολιτικές και θεάσεις δεν καθορίζονται τόσο από τις μυθολογικές και καταγωγικές τους συνάφειες ή από τις φετιχοποιημένες συλλογικές υποστασιώσεις τους. Το τέλος της διπολικότητας του προηγούμενου αιώνα εγκαινίασε μια νέα πλανητική εποχή, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις, τα συμφέροντα και η ισχύς επικαθορίζουν ως επί το πλείστον τις εθνικές πολιτικές επιβάλλοντας τα αντίστοιχα πρότυπα. Έτσι, το «μακεδονικό» ζήτημα σήμερα ανακινείται όχι από την απόφαση των δύο κρατών για εξεύρεση λύσης σε ένα χρόνιο πρόβλημα, αλλά από τις γεωπολιτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα σε μια περίοδο όπου οι αξιώσεις ισχύος των ηγεμονικών κρατών αναδιατάσσουν τον παγκόσμιο χάρτη, μιας και η πολιτική και οικονομική κρίση επιβάλει το ξαναμοίρασμα της τράπουλας.

Η Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι μια χώρα η οποία πλήττεται από πολλά και χρόνια προβλήματα (αδυναμίες συγκρότησης συνοχής και ομοιογένειας στο εσωτερικό, μεγάλο ποσοστό διαφθοράς και ανεργίας, ανοιχτές πληγές στο κοινωνικό σώμα κ.λπ). Η ένταξή της (και η υποταγή) στην ευρωατλαντική συμμαχία την παρούσα στιγμή αποτελεί το «τίμημα» και το «εισιτήριο» ώστε να επιλυθούν, τουλάχιστον, τα ζητήματα της ομοιογένειας στο εσωτερικό και μην αποκοπεί από τις ηγεμονικές δυνάμεις που καθορίζουν την πλανητική εξέλιξη. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, και οι δύο χώρες, παρ’ όλες τις διαφορές, βρίσκονται σε δυσχερή θέση στο παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να συνεχίζει να ασκεί την εξωτερική της πολιτική στη λογική της πολιτικής των «εθνικών δικαίων», αλλά αντίθετα δείχνει να υποτάσσεται στη «ρεαλιστική» πολιτική που επιβάλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις. Οι ηθικιστικές φωνές του ελληνικού εθνικισμού που επιτάσσαν ότι η Ελλάδα έχει το δίκιο με το μέρος της και ότι όλη η υφήλιος θα πρέπει να το αντιληφθεί αυτό έδειξαν τα όριά τους, λειτουργώντας περισσότερο ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις μιας ήδη ξοφλημένης λογικής, η οποία περισσότερο αναδείκνυε την υποταγή και την ταπείνωση παρά τον επιθετικό της χαρακτήρα. Όπως γλαφυρά αναφέρει και ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Όποιος μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα “δίκαιά” του».[1]

Τα συλλαλητήρια που έγιναν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη δεν εκπλήρωσαν τις προσδοκίες των διοργανωτών τους – χωρίς να σημαίνει ότι ήταν αμελητέα. Ενδεχομένως αρκετοί να κατάλαβαν ότι το «μακεδονικό» ζήτημα πάει προς επίλυση, με ή χωρίς την πρόθεση των κυβερνήσεων των δύο χωρών, αλλά σίγουρα λόγω της βούλησης των «συμμαχικών» δυνάμεων. Και εδώ θα ήταν αρμόζον να πούμε ότι στην αναχαίτιση των εθνικιστικών απόψεων έπαιξε μεγάλο ρόλο και  η μακροχρόνια και εμπεριστατωμένη κριτική ενάντια στον ελληνικό εθνικισμό και των μυθολογιών του από το 1992 και έπειτα − η συνεχής κριτική αντιπαράθεση γύρω από μισαλλόδοξες, αλυτρωτικές και εθνικιστικές λογικές έκανε μια σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας να δει με διαφορετικό μάτι το ζήτημα, μακριά από τη μυθολογική ή τη θυμική του διάσταση. Ίσως είναι ανάξιο λόγου να αναφερθούμε στο καρναβάλι του παραδοσιολατρικού εθνικισμού, με τις αρχαίες ενδυμασίες, τα εκκλησιαστικά άμφια, τους χριστιανικούς σταυρούς και τις χλαμύδες. Είναι γεγονός όμως ότι, παρ’ όλη την παγκοσμιοποίηση, οι υπερεθνικοί σχηματισμοί (για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση) και οι διαβεβαιώσεις ότι μέσα από μια ενιαία πολιτική θα αποφευχθούν οι συγκρούσεις και θα συγκροτηθεί μια πολιτική κοινότητα ικανή να δρα συντονισμένα και αποφασιστικά έχουν πλέον διαψευσθεί παταγωδώς. Οι τριγμοί των τελευταίων ετών έχουν ως αποτέλεσμα τεράστιες ανακατατάξεις και αντιθετικές αξιώσεις ισχύος μέσα στους ίδιους αυτούς σχηματισμούς, γεγονός που έχει οδηγήσει ένα μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών (και όχι μόνο) στην ενίσχυση των εθνικών συλλογικών ταυτοτήτων ως αντιστάθισμα στην επέλαση της «θεολογίας» της αγοράς – ελλείψη άλλης ταυτότητας, για παράδειγμα ταξικής κ.λπ.

Πάνω σε αυτό το δεδομένο ίσως είναι που πρέπει να ξανασκεφτούμε σοβαρά την επανεμφάνιση των εθνικισμών στην Ευρώπη και τον δυτικό κόσμο. Διότι απέναντι σε ένα σύστημα όπου η εξουσία αποτελεί ένα άρριζο και θολό πλέγμα επιβολής, με υπερεθνικά δίκτυα και αφανείς ελίτ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, το έθνος φαντάζει για πολλούς ως το ύστατο ανάχωμα απέναντι στην επέλαση της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Ο εθνικισμός όμως δεν μπορεί να αποφορτιστεί κοινωνικοϊστορικά από τις εκατόμβες των νεκρών που άφησε πίσω του τον προηγούμενο αιώνα, και τίποτα στην Ιστορία δεν μας επιβεβαιώνει ότι κάτι αντίστοιχο δεν θα επαναληφθεί. Στην εποχή που βιώνουμε δυστυχώς δεν υπάρχει η «πολυτέλεια της αθωότητας». Εξάλλου, είναι πλέον πασιφανές ότι για την καθ’ ημάς πραγματικότητα ένας ακροδεξιός πόλος, «σοβαρότερος» από τη ναζιστική συμμορία, αναζητά τους όρους συγκρότησής του. Και τα εθνικά ζητήματα αποτελούν την καλύτερη σπορά για τέτοιες απόπειρες. Γι’ αυτό και είναι τραγικότατο λάθος την παρούσα στιγμή η προσκόλληση ενός μέρους της εν Ελλάδι αριστεράς στον εθνικισμό, απολειφάδι της «πατριωτικής» της στροφής πριν αρκετές δεκαετίες, που την οδήγησε όχι μόνο στη σύγχυση αναφορικά με τον αντίπαλο αλλά και στην ταύτιση μαζί του.

Κανείς δεν είναι σίγουρος ούτε μπορεί να εγγυηθεί για το πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα. Στη συνάφεια της κρίσης της πολιτικής εκπροσώπησης και της οπισθοχώρησης των χειραφετητικών ουτοπιών, το ζήτημα της ενίσχυσης των εθνικισμών αποτελεί μια απειλή την οποία θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι κοινωνίες, και μάλλον όχι στο τόσο μακρινό μέλλον. Οι νέοι εθνικισμοί δεν προσομοιάζουν την επιθετικότητα των εθνικισμών του μεσοπολέμου αλλά προσπαθούν να συγκροτηθούν και να εδραιωθούν στη βάση της θεσμικής κανονικότητας, ως μια εναλλακτική δύναμη απέναντι στη διάλυση του κοινωνικού. Ο γερο-Έγελος μάς προειδοποιούσε ότι αν μπορούμε να διδαχθούμε κάτι από την Ιστορία είναι ότι δεν μπορούμε να διδαχθούμε τίποτα. Η υποτίμηση και η κοινωνική οκνηρία απέναντι σε φαινόμενα εθνικισμού, σε μια ρευστή περίοδο κοινωνικών και πολιτικών μετατοπίσεων, μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει. Και ευτυχώς σήμερα οι φωνές που αντιτίθενται σε αυτά είναι αρκετές, σε αντίθεση με μερικές δεκαετίες πριν.

[1] Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ. 156.