Ηλίας Γκρης – Χορός και εμφύλιος (Γιώργος Σταματόπουλος, Ο χορός και ο εμφύλιος) 29th Μάρτιος 2019 – Posted in: Κριτικές, Νέα

Δημοσιεύτηκε στο diastixo.gr (12/3/2019)

 

Του Ηλία Γκρη

 

 

Το βιβλίο λογοτεχνίας εγείρει ένα καίριο ερώτημα· τι είναι αυτό που μπορεί, πολύ σπανίως, να το απογειώσει στην αναγνωστική συνείδηση; Μα, το ιδιαίτερο στιλ, θα πει ο επαρκής! Και είναι σωστό, αν και ημιτελές. Καθώς το στιλ προαπαιτεί πρωτοτυπία. Και η πρωτοτυπία, εκείνο το κάτι που το διαφοροποιεί.

 

Ο Γιώργος Σταματόπουλος, αυτός ο ελλόγιμος λόγιος που επίμονα δημοσιολογεί, διαρκώς δοκιμάζεται πάνω στη γλώσσα. Εξ αυτού, το νέο πόνημα του φαίνεται πως εγκυμονείτο για χρόνια. Και πώς αλλιώς; Αφού πρόκειται για λόγο που υπερίπταται στη διαύγεια υψηλών διανοημάτων, ενώ φέρει εν σπέρματι από τα βουνά «το καθαρό φως και το βαθύ σκοτάδι τους».

Δύο οι πυλώνες του έργου: ο χορός και ο εμφύλιος. Πάνω τους καταλάμπει με λεκτική ευφορία το δικό του δαιμόνιο. Ανελέητα επεξεργασμένο κι αποκαθαρμένο απ’ το περιττό! Αλλά κι εξαγνισμένο από την ώσμωση με το γρανιτένιο σθένος και την αύρα των ορέων. Εδώ σμίγει με τις ρίζες· τη θεμελιώδη μέγιστη προίκα. Τις ρίζες που συνιστούν κάτι το ανθρωπινότερο απ’ τον άνθρωπο. Το γνωρίζει, το γεύεται όταν αποτραβιέται εκεί βαθιά στο αρχέγονο, για νά βρει στο μυστικό φέγγος, τη γαλήνη· διότι αντλεί από τα μύχια ό,τι το ευάροτον τον καθιστά κοινωνό της ομορφιάς!

Ο χορός, η ζείδωρη αναλαμπή της άφατης χαράς· κι ενίοτε της λύπης! Τον προσεγγίζει, όχι με την περιγραφικότητα της ασύστολης πεζολογίας. Αλλά ως υπερβατική κατάσταση μέθεξης και ως τέτοια, τη μόνη χειροπιαστή που διεγείρει τις αισθήσεις και μεταρσιώνει τον άνθρωπο. Διότι εκεί κι έτσι πραγματώνεται η αρμονική συγχώνευση του Εγώ με το Όλον· που συνιστά κοινότητα. Αυτή τη μήτρα της κοινωνικής συνοχής. Κι όπου μερίδιο έχει το τραγούδι, η ποίηση και η μουσική. Καταστατικές αρχές της ανθρώπινης πληρότητας!

Το θέμα του μοιάζει κοινότοπο, εύχρηστο, αν και εύχαρες! Η πένα του, όμως, με την εμβρίθεια του εθισμένου στα δύσκολα, με την αναλυτική χάρη του ευέλικτου γραφιά, που ξέρει γόνιμα να συνομιλεί με γιγαντιαία μεγέθη και να αποστάζει οφέλη· η πένα του εύπλαστη, πυρετική, παιγνιώδης, τολμηρά ριψοκίνδυνη κι εύδωρη εν τέλει απογειώνει τον χορό ως το εκρηξιγενές μάγμα μιας ασυνείδητης διεργασίας, που «απελευθερώνει νεκρά κύτταρα και αναρίθμητα ηλεκτρόνια απορίας, ωσαύτως λυτρωτικής αυθάδειας».

Με εμπεδωμένη γνώση, η γραφή του αποθεώνει αυτή την ανθρώπινη εκστατική αναπτέρωση. Όπου «οι εσωτερικοί χυμοί κοχλάζουν και ψάχνουν την έξοδο». Αναδρομεί με πηγαία συγκίνηση στην εντοπιότητα των χορών που διασώζουν εν πολλοίς την επιχώρια ιθαγένεια. Διότι, όπως λέει, «χωρίς το χορό δεν θα φθεγγόμασταν». Με καθαρό βλέμμα, ευθύβολο και αντρίκειο, στηλιτεύει το φαινόμενο της ακινησίας, όπου μέσα της βαθμηδόν βούλιαξε μια ολόκληρη κοινωνία. Και όπου περιώνυμοι δημιουργοί, εκτός των άλλων, μας καταδίκασαν ως έλλογα πολιτισμένα όντα.

Οι εκφράσεις ποιητικής ενστάλαξης πολλές και δραστικές, ντύνουν τη γραφή του με την ποιητική φόρμα ενός λανθάνοντος ποιητή. Και τη μετατρέπουν σ’ εύφλεκτο ανάγνωσμα για έναν πρωτόπειρο αναγνώστη.

Τούτος ο γραφιάς ακουμπά με οικειότητα κι εμπιστοσύνη σε πολλούς απ’ όσους τηλεφανή άφησαν ίχνη στην πέτρα της αιωνιότητας. Και όπως εκείνοι, ζητά με κέφι να καινοτομεί έχοντας σαν φόντο τη δική τους αδυσώπητη πάλη για καινοτομία. Έτσι, βλέπεις να προβάλλουν αρωγοί του – ο Ηράκλειτος που ωσεί παρών κανοναρχεί το εν εξελίξει φτερούγισμα και που ένας ποιητής τον είπε άγιο· ο Αλκμαίων από τον Κρότωνα, ο ρήτωρ Ισοκράτης. Κι ακολούθως παρελαύνουν μες στον λόγο του, που εκδιπλώνεται με τον οίστρο του γνήσιου δημιουργού, συμμέτοχοι ζώντες ο Όμηρος, ο Αρχίλοχος, ο Πλάτων…

Εντούτοις, ο Σταματόπουλος φυλάει τα νώτα του. Δε φιλολογίζει λαογραφώντας. Απλά με φρονιμάδα στήνει ένα οικοδόμημα ατόφιου στοχασμού! Η γλώσσα του σπιρτόζα, χαρίεσσα κι ανατρεπτική νομοθετεί αποκαλύπτοντας το ελληνικό πλάνεμα. Και την εθνική απώλεια. Που και τα δύο σμίγουν σ’ ένα θηριώδες ψεύδος, συνώνυμο της εθνικής μας τύφλωσης.

«Οι ποιητές ποιούν έθνος – αυτή είναι η αποστολή τους». Λόγος που ηχεί σαν καντιανή κατηγορική προσταγή! Πόσοι ποιητές το γνωρίζουν; Και πόσοι το ακολουθούν; Σαν μαγεμένοι σήμερα όλο και πνίγονται σε μια μεταμοντέρνα ρηχότητα πληκτικής ομοιομορφίας και ομοιοτροπίας. Μια ματιά στο διαδίκτυο των πολλών επιλογών, μα και της ευρύχωρης αυθαιρεσίας, και τρομάζεις!

Και δε στέκει εδώ. Ταράζει την αμαθή αμεριμνησία με βαριά λόγια εύτολμης κινδυνότητας. Ενώ τριγύρω η πολιτική ευκολία χαϊδεύει πανταχόθεν ώτα. Να μάθουμε, επιτέλους, πως αν η οικουμένη θυμάται την Ελλάδα και σεβαστικά υποκλίνεται, τούτο οφείλεται στους ποιητές και τους φιλοσόφους… Θέλει να πει· το ελληνικόν και Έλληνας είναι μεγάλο αγώι και φορτίο βαρύ! Και όχι συναγελασμοί τηλεοπτικής πατριδοκαπηλίας και υστερικά σάλια των επαγγελματιών του είδους!

Όσο κι αν συνδιαλέγεται με αναστήματα –τους πρωτομάστορες Ίωνες κι όσους της Μεγάλης Ελλάδας, τους Σοφιστές και τους άξιους Σωκρατικούς– τόσο χαμηλώνει το βλέμμα και ταπεινά, όπως αρμόζει, συνομιλεί με τη φύση! Τη μάνα και ομομήτριο, που «άλλοτε σε δέρνει αμείλικτα κι ενίοτε σου γλυκομιλάει».

Κι όλο επιστρέφει στους υποδειγματικούς καινοτόμους της γραφής και της ζωής. Με τον προσωπικό αγώνα τους που ’ταν τραχύς κι ανελέητος. Που ο ένας λοιδορεί και θάβει τον άλλον. Όπως ο Ηράκλειτος που τα ρίχνει στον Όμηρο, στον Εκαταίο, στον Πυθαγόρα… Και ο Πλάτων που σκανδαλωδώς αποσιωπά τον Δημόκριτο· όπως ο Επίκουρος, ο μέγας ταγός του ηδέως ζην, που έθαβε τον δάσκαλό του Ναυσιφάνη και στηλίτευε άγρια Πλατωνικούς, Στωικούς, Περιπατητικούς… Απλά δείγματα του πώς το κακό είναι το αίτιο της δημιουργίας. Αυτό που ο τηλαυγής άρχων Φρειδερίκος Νίτσε το λέει κομψά (και το θυμίζει ο Σταματόπουλος): «Χωρίς ζήλο και φθόνο δεν θα έφταναν οι Έλληνες στη δημοκρατία».

Η άνεση του να διεξέρχεται καίρια ζητήματα της γραφής δεν είναι επιδερμική ούτε δάνεια. Από πολύπλευρη ανάπλαση της γνώσης, εδώ πια μιλάει γεωμετρημένα η εμπειρική σώρευση μιας ζόρικης, τίμιας διαδρομής! «Γράφω, ίσως θα πει γδέρνω την ψυχή μου, εκτίθεμαι…» Μια μεγάλη, πικρή αλήθεια. Αφού η γραφή απαιτεί έρμα γνώσης, πόνο πειθαρχίας και ασκητισμό. Και το μέσα βάσανο να υφαίνει υποφερτά το ανυπόφορο της πεζής ύπαρξης.

«Η γραφή αγαλματώνει τη γλώσσα», φράση που συνταιριάζει με το άλλο, «ο χορευτής εξηγεί τ’ αγάλματα» του μονήρη Γιώργου Μανιάτη. Του μόνου, απ’ όσο γνωρίζω, που κόντρα στα ειωθότα αγωνίστηκε διά βίου να διαφυλάξει ερμητικά την ανωνυμία του!

Με καθαρό βλέμμα, ευθύβολο και αντρίκειο, στηλιτεύει το φαινόμενο της ακινησίας, όπου μέσα της βαθμηδόν βούλιαξε μια ολόκληρη κοινωνία.

Οι εκφράσεις ποιητικής ενστάλαξης πολλές και δραστικές, ντύνουν τη γραφή του με την ποιητική φόρμα ενός λανθάνοντος ποιητή. Και τη μετατρέπουν σ’ εύφλεκτο ανάγνωσμα για έναν πρωτόπειρο αναγνώστη. Με αφηγήσεις λεπτοφυούς ευαισθησίας ανακαλεί τον εμφύλιο «που συνοδεύει τον ελληνισμό εδώ κι αιώνες». Πρωτογενές υλικό του το βίωμα απ’ τα σκληρά παιδικά χρόνια, στα ορεινά της Κορινθίας. Και οι επάλληλες στρωματώσεις του νου απ’ τη συνάφεια με τους αρχαίους μας. Έτσι να ’χει κέρδος ένα γερό κοίτασμα αρχαιογνωσίας! Κι από κοντά κυρίως τρεις Ευρωπαίοι: Καντ, Σοπενχάουερ και Νίτσε. Και μια πλειάδα άλλοι… Και δυο-τρεις ημέτεροι: Δημήτρης Λιαντίνης, Παναγιώτης Κονδύλης και Γιώργος Μανιάτης!

Απόκτημα που συνδηλοί χρέος. Και τον ευπαίδευτο λόγο πνευματικής ευφροσύνης και λύτρωσης. Όταν συγχωνεύεται μέσα του και σκιρτά το δαιμόνιον σημείον! Πάει να πει, έρως διστακτικός και αδίστακτος!

Με αυτά και μ’ αυτά περνώντας απ’ τον Επίκουρο, που ’παιζε στα δάχτυλα την Ηδονή και το Σύμπαν, ο Σταματόπουλος φτάνει να συλλογιστεί το δικό του μικρό σύμπαν του χωριού, το καφενείο: αυτή την παρδαλή χώρα, την αξιοθρήνητη κι ενίοτε αξιόλογη. Κι όπου συντελούνται τα μικρά και μεγάλα, τα ευτελή και ουσιώδη!

Ο στοχασμός του θέλγει, γιατί η γραφή του εντυπωσιάζει. Και εντυπωσιάζει, γιατί ανασαίνοντας το βίωμα αυτή η γραφή συστρέφεται, αναπηδά, αγωνιά, υψώνεται στα δυσπρόσιτα. Και χαμηλώνει στα κοινά κι ασήμαντα. Τους εμφυσά πνοή και τον απόηχο μιας υποχθόνιας μόχλευσης που απελευθερώνει.

Αλήθεια, πόσοι στ’ αληθινά καινοτόμησαν; Μια πρόχειρη συγκομιδή μάς δίνει: Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Γεώργιο Βιζυηνό και Μιχαήλ Μητσάκη. Κι έναν αξεπέραστο Εμμανουήλ Ροΐδη. Πλησιέστερα στην εποχή μας ο αμίμητος Γιάννης Σκαρίμπας. Και δω χάμου σε ασβολερούς καιρούς δύο φαίνεται να ξεχωρίζουν: οι αιρετικοί, ανατρεπτικοί ριζοσπάστες καινοτόμοι που ’καναν τη γραφή να μοιάζει με μαγεία. Ο Δημήτρης Λιαντίνης και ο Γιώργος Μανιάτης.

Η ουσία είναι ότι με καιρό και κόπο συνυφάνθηκε το ιδιόρρυθμον και ιδιότροπον της γραφής του Γιώργου Σταματόπουλου. Και κάπως έτσι μπόλιασε τον υψηλόφρονα λόγο με αφηγήσεις τρυφερού πόνου, που τις ευνοούν τα βουνά! Γήινα πράγματα της σάρκας και της ανάγκης. Αλλά, με τι τρόπο!

Συγκλονίζει η αιφνίδια συνάντηση στο χωριό δυο ξενιτεμένων με την παρέα του καφενείου και η μοιραία ενδόμυχη αναγωγή στον Εμφύλιο. Με το φλιτζάνι της μάνας στο καφενείο τους, φλιτζάνι αλληλέγγυας συμπόνιας για να πίνει τον καφέ του ο αντίπαλος φυματικός…

Κι ακόμη, τρεις σελίδες περιγράφουν ένα γλέντι σε χωριό απ’ αφορμή το φευγιό των Ναζήδων. Εκεί και η συνεύρεση στο κατώι· που μια στερημένη πενηντάρα κι ένας ανδρόπαις, ντούρος αλλ’ αδαήμων, θα σμίξουν μέσα σε χρώματα, οσμές και βογκητά με την άγρια έλξη του άγριου ενστίκτου.

«Γυναίκα σπαργώσα, νεαρός ριγών, πυρέσσων παλλόμενος».

Ο λόγος του, αιχμηρά ακριβής, ανατέμνει ορμές και πάθη και παθήματα. Και τα σκοτάδια της μέσα φύσης. Και όσα μυστηριώδη περπατούν στο Είναι. Δίνοντας υπόσταση στο σπάνιο, που το σμιλεύει σαν λιθοξόος υπηρέτης του ωραίου!

Εν τέλει αυτός ο, θα ’λεγα, ποιητικός μετασχηματισμός της γλώσσας δεν καταλήγει να είναι ποίηση. Δεν είναι όμως ούτε και πεζογραφία. Κι ωστόσο, μοιάζει να ’ναι επίτευγμα. Ένα επίτευγμα που συναιρεί αρμονικά τα λογοτεχνικά είδη. Και ταυτοχρόνως, τα αναιρεί, με τους πολλαπλούς μύθους του σαν πλεχταριά ολοζώντανους.

giorgos stamatopoulosΟ χορός και ο εμφύλιος, που ανακρατά τον ανασασμό του οικουμενικού ανθρώπου, είναι έργο εθνοφυλετικής αγωνίας και ενθαδικού σπαραγμού! Έργο αυστηρής πειθαρχίας, που κοινωνεί φιλοσοφικά τον καημό και το πάθος με το παράδειγμα του βιώματος. Και γι’ αυτό δε διδάσκει μόνο γοητεύοντας, δεν τέρπει μόνο, αλλά και συγκινεί· κάποτε με τον αδιέξοδο λυγμό μιας τερπνής χαρμολύπης!