Τζίνο Τζίνι: Το Συνέδριο των νεκρών. Εισαγωγή του Παναγιώτη Τσιαμούρα 23rd Απρίλιος 2019 – Posted in: Κείμενα, Νέα

Το κείμενο αποτελεί την Εισαγωγή του Παναγιώτη Τσιαμούρα στο αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Τζίνο Τζίνι Το συνέδριο των νεκρών

 

Ο Τζίνο Τζίνι (Zino Zini, 1868-1937), καθηγητής φιλοσοφίας, υπήρξε εκ των πρωταγωνιστών της πνευματικής και πολιτικής ζωής του Τορίνου στις αρχές του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία και σπούδασε στη Νομική και στη Φιλοσοφική του Τορίνου, την εποχή που η πόλη γνώριζε μεγάλη οικονομική και πνευματική άνθιση, καθώς ήταν σημείο αναφοράς για νέους διανοούμενους προοδευτικών τάσεων. Ο Τζίνι αποτελούσε μέλος μιας ομάδας φλογερών νέων, θεωρητικών των κοινωνικών ιδεών, οι οποίοι έδιδαν ζωή και τόνο στην πνευματική ατμόσφαιρα της πόλης. Μαθητής του Αρτούρο Γκραφ και φίλος στοχαστών όπως ο Τζιοέλε Σολάρι και ο Ανίμπαλε Παστόρε, συμμετείχε στις συζητήσεις σχετικά με τον δαρβινισμό, τον μαρξισμό και την εγκληματική ανθρωπολογία. Μολονότι στην αρχή έδειξε ενδιαφέρον για τις απόψεις του Τσέζαρε Λομπρόζο, τον οποίο θεωρούσε μια πρωτότυπη προσωπικότητα, στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν. Δίδαξε στα ιστορικά λύκεια του Τορίνου Καβούρ και Ντ’ Ατζέλιο, και για μεγάλο διάστημα ηθική φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Τορίνου, όπου είχε για μαθητή και τον Αντόνιο Γκράμσι, με τον οποίον, παρά τις διαφορές που χαρακτήριζαν τις οπτικές τους, συνδέθηκε και συνεργάστηκε. Ο Τζίνι με το έργο του αντανακλά την πνευματική ατμόσφαιρα του Τορίνου των αρχών του 20ού αιώνα: σύμβολο ο ίδιος του πολύγλωσσου λογίου, άφησε μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα νορβηγικά και τα ρωσικά.

O Τζίνι παρέμεινε σε όλη του τη ζωή σοσιαλιστής, όχι όμως με τη στενή έννοια του στρατευμένου διανοούμενου, αλλά με έναν δικό του τρόπο. Όπως πολύ εύστοχα θα επισημάνει στη νεκρολογία του ο Τζιοέλε Σολάρι, μονάχα με πολλές επιφυλάξεις και κάποιους αστερίσκους θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε σοσιαλιστή τον Τζίνι. Σίγουρα πάντως όχι με την επαναστατική έννοια: του το απαγόρευαν η αριστοκρατική παιδεία του, οι εκλεπτυσμένες λογοτεχνικές προτιμήσεις του, οι φιλοσοφικές κλίσεις του, ο ζήλος με τον οποίον διαφύλαττε την εξαιρετική ατομικότητά του. Ο δικός του ήταν ένας ανθρωπιστικός σοσιαλισμός κτισμένος πάνω σε ηθικά θεμέλια, σε πλήρη αρμονία με τη δική του φιλοσοφία για τον οικουμενικό πόνο και την οικουμενική αγάπη[i].

Βέβαια τον είχαν απασχολήσει από νωρίς η μελέτη, η έκθεση και η επίλυση των προβλημάτων που το εργατικό κίνημα έφερε στο προσκήνιο∙ και σε αυτά ακριβώς είναι αφιερωμένα μερικά από τα πρώτα έργα του, όπως το Proprietà individuale o proprietà collettiva? (Ατομική ιδιοκτησία ή συλλογική ιδιοκτησία;, 1898). Ωστόσο, αν και τον ενδιέφεραν έντονα αυτά τα προβλήματα, αν και είχε διατελέσει σύμβουλος του σοσιαλιστικού κόμματος στον δήμο του Τορίνου κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα (μολονότι μόνο περιθωριακά συμμετείχε στη δραστηριότητα του κόμματος), αν και είχε συνεργαστεί σε πολλές πρωτοβουλίες της ομάδας του Ordine nuovo και των κομμουνιστών (όπως η ίδρυση του Ινστιτούτου Προλεταριακής Κουλτούρας και της Σχολής Προπαγάνδας), υπήρξε πάντοτε ένας άνθρωπος από τη φύση του μετρημένος, διακριτικός και συνεσταλμένος, σχεδόν ντροπαλός∙ αγαπούσε τη μοναξιά και την εσωτερική περισυλλογή, έζησε αποτραβηγμένος από τον κοσμικό θόρυβο, μοιράζοντας τις ώρες του μεταξύ του σχολείου, της μελέτης που αγκάλιαζε ευρύτατους ορίζοντες, την οικογένεια.

Ο Τζίνι δεν ωθήθηκε στην έρευνα των κοινωνικών προβλημάτων από κάποιο πάθος για την πολεμική και πολιτική αντιπαράθεση ούτε από φιλοδοξία, αλλά από μια λεπτή ηθική συνείδηση, από το ενδιαφέρον του για την ανθρώπινη φύση, από την πεσιμιστική αντίληψη της ζωής, της ιστορίας και ολόκληρου του σύμπαντος∙ μια αντίληψη χαρακτηριζόμενη από το χριστιανικό συναίσθημα του ελέους και της συμπόνιας για τα βάσανα των ανθρώπων. Στη διερεύνηση του ηθικού ζητήματος αφιέρωσε δύο μελέτες του: Il pentimento e la morale ascetica (Η μετάνοια και η ασκητική ηθική, 1902), όπου ασκεί κριτική στην ηθική της μετάνοιας εν ονόματι μιας πιο άλκιμης αίσθησης ευθύνης, και La morale al bivio (Η ηθική στο σταυροδρόμι, 1914), όπου προβάλλει το δραματικό και αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές, και αποπειράται να το επιλύσει προτείνοντας μια ανθρωπιστική συνείδηση της ηθικής, όπως απορρέει από την καντιανή ηθική του καθήκοντος και της βούλησης. Στο Giustizia. Storia duna idea (Δικαιοσύνη. Ιστορία μιας ιδέας, 1907) υποβάλλει ορισμένες καινοτόμες μεταρρυθμιστικές προτάσεις που αφορούν τόσο το οικονομικό σύστημα όσο και το ποινικό σύστημα, προκειμένου να επιτευχθεί με καλύτερο τρόπο το ιδανικό της δικαιοσύνης. Ένα από τα σημαντικότερα και πιο αντιπροσωπευτικά έργα του παραμένει το La doppia maschera delluniverso. Filosofia del tempo e dello spazio (H διπλή μάσκα του σύμπαντος. Φιλοσοφία του χρόνου και του χώρου, 1914) στο οποίο πραγματεύεται πλήθος ζητημάτων διαφορετικών επιστημονικών πεδίων (ιστορία, φιλοσοφία, ψυχολογία, κοινωνιολογία).

Εντούτοις το είδος που ο ίδιος φαίνεται να πρόκρινε και του οποίου μας άφησε εξαιρετικά δείγματα είναι ο φιλοσοφικός διάλογος, καθώς του επέτρεπε να εκφράζει καλύτερα την ιδιαίτερη δραματική οπτική με την οποία προσέγγιζε τα φιλοσοφικά ζητήματα, να αναδεικνύει τα διλήμματα που θέτουν τα διάφορα ηθικά προβλήματα και να διατυπώνει ευκρινέστερα τις δικές του προτάσεις. Συνέθεσε αρκετούς ανάλογους φιλοσοφικούς διαλόγους οι οποίοι συγκεντρώθηκαν σε τόμο και κυκλοφόρησαν λίγο πριν τον θάνατό του από τις εκδόσεις Einaudi, με τον τίτλο: I fratelli nemici. Dialoghi e miti moderni (Άσπονδα αδέρφια. Σύγχρονοι διάλογοι και μύθοι, 1937· είναι ενδεικτικό ότι το έργο θα το αφιερώσει στον Τζιάκομο Λεοπάρντι, «αξεπέραστο δάσκαλο της διαλογικής πρόζας»: τους συνέδεε άλλωστε η ίδια πεσιμιστική αντίληψη του ανθρώπου και της ιστορίας). Κεντρικός άξονας είναι το νόημα της ζωής και το άγνωστο πεπρωμένο που επιφυλάσσεται στον άνθρωπο. Στο έργο κυριαρχεί ο διάλογος μεταξύ Λουκιανού και Δημητρίου, των δύο άσπονδων αδερφών: ο ένας εναποθέτει στην επιστήμη την ολοκληρωτική κυριαρχία του κόσμου, αλλά η αλαζονική γνώση του καταλήγει στην παραφροσύνη∙ ο άλλος αξιώνει να συλλάβει στην υπέρτατη διαίσθηση της πίστης το νόημα του σύμπαντος και οδηγείται, απογοητευμένος, στην αυτοκτονία. Σε αμφότερους, θύματα μιας δαιμονικής επιδίωξης να περικλείσουν το απόλυτο σε ένα στερεότυπο, διαφεύγει το νόημα της ζωής, της Beata Beatrix, γιατί επιθυμούν να τη μετατρέψουν σε εργαλείο τους: «Αλλά η ζωή, Beata Beatrix, δεν θα ανήκει σε κανέναν από τους δύο, που θέλουν να την καταστήσουν το εργαλείο τους∙ αυτή θα ανήκει σε εκείνον που τη χρησιμοποιεί στην εργασία του, στον απλό και ταπεινό εργάτη της» (σ. 91). Μετά τον θάνατό του η οικογένειά του θα δημοσιεύσει –με ένα εισαγωγικό σημείωμα του Φράνκο Αντονιτσέλι– έναν τελευταίο διάλογο: Le due anime (Οι δύο ψυχές, 1937), που δείχνει τον άνθρωπο στο επέκεινα να είναι ακόμη επώδυνα δέσμιος του επίγειου κόσμου, μέχρι τη στιγμή που θα πετύχει τη σωτηρία δίνοντας ή λαμβάνοντας τη συγχώρεση.

Η σκέψη του Τζίνι είναι μια σκέψη που χαρακτηρίζεται από μια συνεχή και επώδυνη αναζήτηση, γεμάτη αμφιβολίες και αντινομίες, της μύχιας αλήθειας των πραγμάτων και μάλιστα μια αναζήτηση που τοποθετείται ανοιχτά στην πλευρά της εναντίωσης. Αυτή η κριτική-αρνητική ορμή τον ωθεί εναντίον κάθε είδους παράδοσης (εκκλησία, κράτος, κοινωνία, τέχνη), στην απόρριψη των τετράγωνων και συστηματικών χαρακτήρων, των δυνατών γραμμικών μυαλών, «των αρχιτεκτόνων της σκέψης, των μεγάλων θεωρητικών του τύπου του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Καντ ή του Έγελου», προκρίνοντας τα θρυμματισμένα και ατελή πνεύματα, όπως ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Αυγουστίνος, ο Πασκάλ, ο Λεοπάρντι, ο Αμιέλ και ο Νίτσε, με τον καταγίνηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής τους: «Όλοι αυτοί ήταν πνεύματα λίγο θολά, λίγο ανήσυχα, λίγο νεφελώδη· πνεύματα που εξομολογούνται, που δεν διστάζουν να ξεγυμνωθούν, που πέφτουν συνεχώς σε αντιφάσεις, που τολμούν να αμφιβάλλουν για την αλήθεια που θα ήθελαν να κατέχουν, που χάνουν τον εαυτό τους, γιατί ακριβώς θα ήθελαν να τον ανακαλύψουν» (γράφει στο Ημερολόγιό του τον Φεβρουάριο του 1929).

Ένας ξεχωριστός φιλόσοφος, όπως ο Πιέρο Μαρτινέτι, έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον Τζίνο Τζίνι, όπως μαρτυρά και το γεγονός ότι μ’ αφορμή τον διαγωνισμό για την έδρα της ηθικής φιλοσοφίας του 1920, που ήταν και ο τελευταίος στον οποίο συμμετείχε ο Τζίνι, ο πρώτος εξέφρασε ανοιχτά τη συμπαράστασή του προς το πρόσωπό του και την κριτική του στάση προς τον υποψήφιο που τελικώς επικράτησε. Ο Τζίνι, μολονότι δίδαξε φιλοσοφία για πολλά χρόνια στο πανεπιστήμιο, δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει κάτοχος πανεπιστημιακής έδρας[ii].

Στη δεκαετία του 1920, όταν όλα δείχνουν ότι ο Τζίνι βιώνει ένα είδος «πνευματικής εξορίας» και «αποξένωσης», στον Γκράμσι, που τον παροτρύνει να αρχίσει εκ νέου τη συνεργασία του με το περιοδικό L’ordine nuovo, θα απαντήσει ότι «αισθάνεται γέρος, κουρασμένος, και δεν έχει εμπιστοσύνη σε τίποτε»· επιστρέφει στις αγαπημένες του μελέτες και στα τέλη του 1926 θα γράψει στο ημερολόγιό του: «Στην πραγματικότητα οφείλω να ομολογήσω στον εαυτό μου ότι δεν έχω πια τίποτε να πω».

***

Το συνέδριο των νεκρών αποτελεί ίσως το σημαντικότερο έργο του Τζίνο Τζίνι: ένα βιβλίο κεφαλαιώδους σημασίας στο πανόραμα τόσο της ιταλικής λογοτεχνίας όσο και της ιταλικής πολιτικής ιστορίας. Ήταν το μοναδικό μη πολιτικό βιβλίο που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (Libreria Editrice). Είχε πρωτοδημοσιευτεί σε συνέχειες το 1919 στο περιοδικό του Αντόνιο Γκράμσι L’ordine nuovo (έτ. 1, αρ. 3-14, 24 Μαΐου 1919-16 Αυγούστου 1919). Το γεγονός ότι αργότερα αποφασίστηκε να εκδοθεί και σε βιβλίο φανερώνει την απήχηση που είχε μεταξύ των συντρόφων του κόμματος. Το καταληκτικό του κεφάλαιο έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Novus ordo», αλλά η νέα τάξη, όπως την αντιλαμβάνεται ο Τζίνι, είναι διαφορετική από εκείνη του Γκράμσι: εδράζεται σε ηθικά, θρησκευτικά και φιλοσοφικά θεμέλια.

Δημοσιευμένο σε ελάχιστα αντίτυπα το 1921, την επομένη της λήξης του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, Το συνέδριο των νεκρών έγινε αμέσως δυσεύρετο, καθότι κατασχέθηκε και καταστράφηκε από τους φασίστες με ιδιαίτερη λύσσα, γιατί συνιστούσε προσβολή του επίσημου πατριωτισμού, της επίσημης ιδεολογίας σχετικά με τη σφαγή του Μεγάλου Πολέμου κλπ. Όπως θα υπογραμμίσει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, που υπήρξε μαθητής του Τζίνι: «(Το συνέδριο των νεκρών) ήταν το τελευταίο μήνυμα ενός ανθρώπου ο οποίος σε ολάκερη τη ζωή του είχε κάνει πράξη την αρετή της συγχώρεσης απέναντι στην έλλειψη κατανόησης των ανόητων, την ύβριν των μισαλλόδοξων, την επιθετικότητα των βίαιων. Είναι μάλλον το υψηλότερο έργο του και ακόμη και σήμερα –και ίσως περισσότερο σήμερα από χθες– είναι αδύνατον να το διαβάσει κάποιος δίχως να συγκινηθεί… Σ’ εμάς τα παιδιά ο Τζίνι ήταν γνωστός κυρίως γι’ αυτό το καταραμένο έργο, για το οποίο όλοι μιλούσαν σκανδαλισμένοι και που κανείς μας δεν είχε διαβάσει∙ και ιερόσυλος θα ήταν όποιος έδειχνε την αποκοτιά να το διαβάσει… πάνω του είχε πέσει μια σιωπή στιγματισμού και αποδοκιμασίας»[iii].

Το βιβλίο αποτελεί ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του πολέμου, εναντίον κάθε μορφής πολέμου που η ανθρωπότητα διεξήγαγε, όπως και εναντίον κάθε είδους βίας. Οι νεκροί τόσων μαχών συγκαλούν εκτάκτως ένα συνέδριο στο επέκεινα με σκοπό να μάθουν πού οφείλονται όλες αυτές οι νέες αφίξεις, η μεγάλη αναταραχή∙ γιατί αυτοί που επιθυμούν να ζήσουν πέθαναν στο άνθος της ηλικίας τους: μπροστά στην πλημμύρα των νεκρών που προκαλούν τα σφαγεία του Μεγάλου Πολέμου, ο χώρος αρχίζει πλέον να μην επαρκεί για όλους. Αρχικώς μιλούν όσοι στάθηκαν υπεύθυνοι για τον θάνατό τους, οι δήμιοι, οι κατακτητές (ο Αλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Ναπολέων, ο Αττίλας), εν συνεχεία παίρνουν οι ίδιοι τον λόγο (οι νεκροί των Θερμοπυλών, οι ρωμαίοι λεγεωνάριοι, οι πεζικάριοι της Γαλλικής Επανάστασης). Και ενώ η συζήτηση ανάβει, παρεμβαίνει ο Χριστός καταδικάζοντας όποιον αυθαιρετώντας πίστεψε ότι πολεμούσε εν ονόματί του: ο μοναδικός νόμος που εκείνος είχε δώσει ήταν ο νόμος της αγάπης. Όταν σταμάτησε να μιλά, διέκρινε τον στρατιώτη που στη Λάμβαισα είχε αρνηθεί τον στέφανο και είχε πετάξει το σπαθί του. Και του λέει: «Από τα τόσα εκατομμύρια χριστιανών που εμφανίστηκαν πάνω στη γη και που μέχρι σήμερα την κατοικούν, είσαι σχεδόν ο μοναδικός που με υπάκουσε».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[i]Gioele Solari, «Necrologio. Zino Zini (1868-1937)», Rivista di filosofia, έτ. 29, αρ. 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1938, σσ. 372-382.

 

[ii] Solari, «Necrologio. Zino Zini (1868-1937)», ό.π., βλ. τη σημ. 1 της σ. 377.

[iii]Norberto Bobbio, «Tre maestri: Umberto Cosmo, Arturo Segre, Zino Zini», με αφορμή ομιλία που δόθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1953, στο Λύκειο Μάσιμο Ντ’ Ατζέλιο του Τορίνου και η οποία εκδόθηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους με επιμέλεια του συλλόγου των πρώην μαθητών του λυκείου, σσ. 7-8.