Κατερίνα Σεργίδου, Χρίστος Μάης – Εμείς, πίσω από το τείχος (Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν, Εμείς) 24th Ιούνιος 2019 – Posted in: Κριτικές, Νέα

Χρίστος Μάης, Κατερίνα Σεργίδου

Εμείς, πίσω από το τείχος

 

Δημοσιεύτηκε στο Marginalia

(https://marginalia.gr/arthro/emeis-piso-apo-to-teichos-gia-to-dystopiko-mythistorima-toy-g-zamiatin/)

 

Μα αυτός ο ουρανός! Μπλε, ακηλίδωτος από σύννεφα-τόσο πρωτόγονα πρέπει να ήταν τα γούστα των αρχαίων, των οποίων οι ποιητές αντλούσαν έμπνευση απ’ αυτούς τους αλλόκοτους, ακατάστατους όγκους υγρασίας, που ανόητα σπρώχνουν ο ένας τον άλλον! Εγώ αγαπώ-και είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο αν πω Εμείς αγαπάμε-μόνο έναν ουρανό σαν το σημερινό: αποστειρωμένο και άσπιλο. Κάτι τέτοιες μέρες όλος ο κόσμος μοιάζει να έχει πλαστεί από το ίδιο ακίνητο και αιώνιο γυαλί του Πράσινου Τείχους, όπως όλες οι κατασκευές μας. Κάτι τέτοιες μέρες μπορείς να κοιτάξεις μέσα στο βαθύ μπλε των πραγμάτων και να δεις έτσι άγνωστες, εκπληκτικές εξισώσεις-στα πιο συνηθισμένα, στα πιο καθημερινά αντικείμενα.

Το 1921, ο ήρωας D-503 του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, στο δυστοπικό μυθιστόρημα Εμείς, στέκεται μπροστά στην προτομή του Πούσκιν που βρίσκεται πάνω σε ένα μικρό ράφι στην αρχαία οικία, και αναρωτιέται πως γίνεται,  η παλιά τέχνη να έχει γκρεμιστεί εντελώς και ο Πούσκιν με το ασύμμετρο και πλακουτσομύτικο πρόσωπο του να συνεχίζει να τον κοιτά κατάματα με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Ο ήρωας του Ζαμιάτιν κουβαλά  μέσα του τα βασανιστικά ερωτήματα των ποιητών της Επανάστασης για την τέχνη και βρίσκει παρηγοριά σε μια απάνθρωπη τελειότητα: «Ο Homo Sapiens», λέει «δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος, μέχρι να απαλλάξει εντελώς τη γραμματική του από ερωτηματικά, αφήνοντας μόνο τα θαυμαστικά, τα κόμματα και τις τελείες».

Το ερώτημα όμως –ένα μόνο από τα πολλά– επιμένει, μετασχηματίζεται και μας απασχολεί μέχρι σήμερα: «Ποια τέχνη; Από ποιους και για ποιους;». Και η φαντασία; Το ταλέντο; Η δημιουργικότητα; Ο έρωτας; Οι ατομικές ελευθερίες; Αυτές είναι οι απορίες του Ζαμιάτιν όταν το 1921 γράφει το Εμείς, και αυτές είναι οι αγωνίες του D-503 όταν βρίσκεται στο δωμάτιό του «επιτέλους μόνος» ή όταν ερωτευμένος πια παραδέχεται σε όσους τον αποκαλούν  άρρωστο «Φυσικά και έχετε δίκιο. Δεν είμαι λογικός, είμαι άρρωστος, έχω ψυχή, είμαι ένα μικρόβιο. Δεν είναι όμως και η άνθηση μια αρρώστια; Δεν πονάει όταν ανοίγει το μπουμπούκι;».

Το Εμείς είναι πρώτα από όλα ένας ύμνος στη ζωή, στον έρωτα, είναι η αφήγηση του πόνου «όταν ανοίγει το μπουμπούκι». Είναι επίσης ένα έργο που γράφεται ακολουθώντας την παράδοση των μεγάλων ρώσων λογοτεχνών. Ο Ζαμιάτιν διαβάζει Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ και Γκογκόλ. Γράφει επιλέγοντας μια απλή φόρμα, σημειώνοντας τις σκέψεις του κεντρικού του ήρωα σε μορφή καταχωρήσεων ενός ημερολογίου. Ο ρυθμός της γραφής μοιάζει με το θόρυβο μιας εργοστασιακής μηχανής ή με τις μηχανικές κινήσεις ενός εργάτη που επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση από την έναρξη μέχρι τη λήξη της βάρδιας. Όμως μέσα από αυτόν τον φαινομενικά μονότονο ρυθμό γραφής, αναδεικνύεται ο πλούτος της ρώσικης λογοτεχνίας, η κριτική στον ολοκληρωτισμό του Μονοκράτους, η απέχθεια στην ομοιομορφία. Η φωνή του D-503 σταδιακά μετατρέπεται στη φωνή ενός Ρομαντικού λογοτέχνη αναδεικνύοντας έτσι την επιρροή του ρομαντισμού στις δυστοπίες του 20ου αιώνα, όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Κωνσταντίνου στο επίμετρο της ελληνικής μετάφρασης για τις εκδόσεις Έρμα. Η ικανότητα του Ζαμιάτιν να παρουσιάσει  ένα κείμενο γεμάτο συναισθήματα ακολουθώντας μια μαθηματική φόρμα γραφής τον τοποθετεί αναμφίβολα στη θέση αυτού που άνοιξε το δρόμο για το δυστοπικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα.

Βεβαίως, το μυθιστόρημα του Ζαμιάτιν μπορούμε να το δούμε πια όχι μόνο σαν ένα σπουδαίο και ιδιαίτερο έργο τέχνης, φουτουριστικής αισθητικής, ούτε μόνο ως ένα δυστοπικό μυθιστόρημα κριτικής σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό, αλλά ως έμπρακτη τοποθέτηση στη συζήτηση της εποχής για την κατάκτηση της πολιτισμικής ηγεμονίας. Την ίδια στιγμή που ο Ζαμιάτιν υμνεί τον έρωτα, την ελευθερία και τη ζωή, ασκεί κριτική στους εκφραστές της Προλετκούλτ και στην προσπάθεια ενός τμήματος των εμπνευστών της να καταδικάσουν την «παλιά» τέχνη. Παράλληλα με τις πολιτικές διαδικασίες και την προσπάθεια συγκρότησης του νεαρού εργατικού κράτους αναπτύσσεται ένας φαντασιακός τόπος σε κάποιους καλλιτεχνικούς κύκλους, ανάμεσα σε διανοούμενους και νεαρούς εργάτες, αλλά και σε όσους έρχονται από την επαρχία στις μεγάλες πόλεις και αντικρίζουν για πρώτη φορά τις βιομηχανικές μηχανές. Είναι ένας ουτοπικός κόσμος.

Πολλοί συγγραφείς αποκαλούν τη ρώσικη επανάσταση ως την πρώτη μεγάλη ουτοπία στη σύγχρονη ιστορία. Είναι η εποχή που μεταφράζονται μαζικά τα έργα του Όουεν, του Τόμας Μουρ, του Ουέλς. Η εποχή του γνωστού πύργου του Τάτλιν που παρέμεινε μια μεγαλειώδης ουτοπία στα χαρτιά. Κάποιοι ονειρεύονται τη δημιουργία μιας παγκόσμιας γλώσσας. Οι άνθρωποι μαγεύονται από την εμφάνιση του ραδιοφώνου, των αυτοκινήτων. Ο τεϊλορισμός και ο φορντισμός, ως συστήματα οργάνωσης της εργασίας και διεύθυνσης της παραγωγής, αντιμετωπίζονται με χριστιανική ευλάβεια. Ο μοντερνισμός, ο φουτουρισμός, ο κολλεκτιβισμός, ανθίζουν και μετατρέπονται από σχολές τέχνης σε πρόταση ενός νέου τρόπου οργάνωσης της ζωής και της καθημερινότητας.

Θυμίζουμε ότι ο Ζαμιάτιν ήταν μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων πριν την επανάσταση του 1917, και είχε φυλακιστεί και δικαστεί από το τσαρικό καθεστώς αρκετές φορές λόγω του ανατρεπτικού περιεχομένου των έργων του.  H συγγραφή του Εμείς ολοκληρώνεται το 1921 και εκδίδεται το 1924 για πρώτη φορά στα αγγλικά στην Νέα Υόρκη. Στα Ρώσικα εκδίδεται το 1927, σε ένα περιοδικό του εξωτερικού. Ο Ζαμιάτιν, ασκεί έντονη κριτική στη λογοκρισία των ποιητών και το 1931, με την μεσολάβηση του Γκόρκι, του δίνεται η άδεια από τον Στάλιν για να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Έχει διασωθεί μάλιστα και το συγκλονιστικό  γράμμα προς τον Στάλιν στο οποίο ζητά την έξοδό του από τη χώρα. Ο Ζαμιάτιν τελικά εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και πεθαίνει το 1937. Ο φόβος του Ζαμιάτιν για τις διάφορες ντιρεκτίβες αλλά και κοινωνικές αλλαγές που ξεκινάνε με πρωτοβουλία των μπολσεβίκων στην μετεπαναστατική Ρωσία φαινομενικά εδράζεται στην υποστήριξη ενός ατομικισμού· πως στηλιτεύει την συλλογική «ομοιογένεια», και όντως, το κάνει κι αυτό.

Όσο γυρνάει κανείς τις σελίδες του βιβλίου αντιλαμβάνεται πως τον Ζαμιάτιν τον απασχολεί κυρίως το δικαίωμα στην φαντασία, το δικαίωμα στο όνειρο. Κι αν αναλογιστούμε ένα βασικό σύνθημα του Γαλλικού Μάη, το «η φαντασία στην εξουσία», αντιλαμβανόμαστε πως ο Ζαμιάτιν προβληματίζεται όπως αναφέρει κι ο τίτλος του βιβλίου για το «Εμείς», κι όχι για το «Εγώ». Το ατομικό δικαίωμα στην φαντασία αποτελεί βασικό κίνητρο ή έναυσμα για τη συλλογική διεκδίκηση, την έφοδο των πολλών στον ουρανό. Εάν δεν ονειρευτούμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, εάν δεν ονειρευτούμε ένα άλλο κόσμο πως και γιατί να μπούμε στην διαδικασία να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα; Το αριστούργημα του Ζαμιάτιν αποτελεί ένα προσωπικό (ανα)στοχασμό για την επανάσταση, την εξουσία και την φαντασία, αποτελεί μια πολιτική θέση για τον έρωτα ή καλύτερα μια ερωτική θέση για το πολιτικό.

Το μυθιστόρημα «Εμείς» λοιπόν είναι ένα έργο τέχνης, γέννημα αυτής της εποχής όπως επίσης και της ίδιας της Οκτωβριανής επανάστασης. Θεωρείται το πρώτο δυστοπικό μυθιστόρημα, που ενέπνευσε στον Όργουελ το 1984. Ο Ζαμιάτιν δημιουργεί τον χαρακτήρα ενός αριθμού-ανθρώπου, του αρχιμηχανικού του διαστημοπλοίου Ολοκλήρωμα, που ζει στο Μονοκράτος, στον κόσμο πίσω από το τείχος, και γράφει την ιστορία ενός έρωτα και μιας σταδιακής αποκάλυψης ενός αρχαίου κόσμου, που επιβιώνει κλεισμένος στο μουσείο της παλιάς αρχαίας οικίας. Σε μια κοινωνία επιτήρησης και τιμωρίας ο D-503 περνάει από το Εμείς στο Εγώ, βιώνει με ένταση την σταδιακή αμφισβήτηση του ολοκληρωτικού κόσμου στον οποίο ζει και όταν τελικά αντικρίζει τον Ευεργέτη ξεσπά σε γέλια, γέλια λυτρωτικά γράφοντας: «Και τότε έμαθα με προσωπική εμπειρία ότι το γέλιο μπορεί να γίνει ένα τρομαχτικό όπλο», για να μας θυμίσει τα λόγια του Μπαχτίν, ενός άλλου εξόριστου, που λέει πως χάρη στο γέλιο, με την καταστροφική και ταυτόχρονα αναγεννητική δύναμή του, ο άνθρωπος απελευθερώνεται από το φόβο.

Στο βιβλίο συνυπάρχει ο καινούριος και ο αρχαίος κόσμος. Ο πρώτος ως νομοτέλεια και ο δεύτερος ως ιστορία, αρχαιολογία, μουσειακό είδος ή και βαρίδι που πρέπει να ξεπεραστεί για να τελειοποιηθεί ο πρώτος. Ο πρώτος κυριαρχείται από σταθερές, νούμερα, οργάνωση της εργασίας, της σχόλης, του σεξ, ένας διάφανος κόσμος όπου δεν υπάρχει μόνο ένα Πανοπτικόν αλλά ο καθένας αποτελεί ένα. Ο δεύτερος αποτελούσε ένα άγνωστο Χ γεμάτο αστάθμητους παράγοντες, όπως ατομική πρωτοβουλία, φαντασία, ελευθερίες. Ως εκ τούτου η κίνηση της ιστορίας και της κοινωνίας δεν θα μπορούσε να ήταν μία και καθορισμένη. Ο συγγραφέας επί της ουσίας έρχεται σε ρήξη με τη θετικιστική αντίληψη της ιστορίας, οι αριθμοί γίνονται και πάλι άνθρωποι με συναισθήματα και φαντασία και το αιώνιο καθεστώς θρυμματίζεται σε χρόνο dt. Με το Εμείς, ο Ζαμιάτιν θέτει το ερώτημα μήπως η κατά Γκράμσι «εποχή των τεράτων» δεν είναι κατ’ ανάγκη η μεσοπερίοδος ανάμεσα στον παλιό και νέο κόσμο, αλλά μπορεί να (καταλήξει να) είναι και ο νέος κόσμος.

Ο νέος αυτός κόσμος είναι άγνωστος. Κανείς δεν τον έχει ευαγγελιστεί. Δεν είναι ο παράδεισος, δεν είναι ένας καλύτερος ολοκληρωτισμός, δεν είναι καν ο σοσιαλισμός. Ο έρωτας για την Ι-330, για την ίδια την ελευθερία είναι η αιτία για μια κίνηση προς τα εμπρός που περνά όμως  μέσα από την «αρχαία οικία», που δεν αρνείται την παράδοση της ανθρωπότητας, ούτε τα όμορφα παλιά καπέλα. Αυτή η κίνηση εκτός των τειχών είναι μια κίνηση προς το άγνωστο, προς τους άγνωστους, αυτούς «που δεν ξέρω καν ποιοι είναι.» Είναι μια κίνηση ελευθερίας και μια κίνηση προς την ελευθερία. Είναι  μια κίνηση λησμονιάς, «όλα τα ξεχνάω». Είναι το σημείο που ο έρωτας συναντά την πολιτική. Ο τόπος πέρα από τη δυστοπία, την ευτοπία, την ουτοπία. Ο τόπος της ελευθερίας. Πως μπορεί να πάει κανείς εκεί; Φτάνει το «Αν θέλετε». Κανένας καταναγκασμός. Ο χρόνος μετράει ώρες προς την ελευθερία «πριν να είναι πολύ αργά».  Με τα λόγια του ήρωα: «Ι-330, αγάπη μου, πριν να είναι πολύ αργά… Αν θέλετε, τα πετάω όλα, τα ξεχνάω… και πάμε μαζί εκεί πέρα, πίσω από το Τείχος, σ’ αυτούς… που δεν ξέρω καν ποιοι είναι».