Λίνα Πανταλέων – Γλωσσικός σπαραγμός (Δημήτρης Τσεκούρας, Η Πόρτα) 21st Ιούλιος 2019 – Posted in: Κριτικές, Νέα

Λίνα Πανταλέων

 

Γλωσσικός Σπαραγμός

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή, 21/7/2019)

 

Μια μέρα ο άνθρωπος της ιστορίας αποφασίζει να πετάξει στα σκουπίδια την εξώπορτα του διαμερίσματός του. Ενας ακαταδάμαστος φόβος κινεί την απόφασή του. Φοβάται ότι θα πεθάνει και κανείς δεν θα αντιληφθεί τη νεκρική μοναξιά του. Ενας άνθρωπος ήδη προ καιρού αθέατος από το περιορισμένο κοινωνικό του περιβάλλον, αγωνιά να διασώσει την ορατότητα της σορού του, το ύστατο απομεινάρι του. Την απόφασή του να απαλλαγεί από την πόρτα, ενισχύει και η σκέψη πως «η ομορφιά της πόρτας βρίσκεται πάντοτε σε αυτό που υπάρχει πίσω από την πόρτα». Βέβαια, μια πόρτα βγαλμένη από την κάσα της, ακουμπισμένη στο πλάι σε επικλινή θέση, θυμίζει καπάκι από φέρετρο. Ομως, ο ήρωας αποδέχεται τη μακάβρια όψη μιας κοινής πόρτας, καθώς πιστεύει πως «μακάβριο τελικά είναι οτιδήποτε άκρως ρεαλιστικό».

Μολονότι η απώλεια της πόρτας αφήνει έκθετο το σπίτι σε πιθανούς εισβολείς, η απειλή που σκιάζει τη διασαλευμένη ιδιωτικότητα του ήρωα, προέρχεται εκ των έσω, από το μυαλό του. Εκεί μέσα το σπίτι υπόκειται σε ευμετάβλητες διαστάσεις. Αλλοτε είναι απέραντο κι άλλοτε ίσα που τον χωράει. Το σπίτι γίνεται ο χώρος κατεργασίας ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου, ενός έργου επαύξησης. Αντιτιθέμενος με γλωσσικά εφευρήματα στον διαφυγόντα εαυτό, ο ήρωας επιχειρεί να ανυψώσει το εγώ του σε μια απροσδιόριστη ιδέα περί εαυτού. Αδημονούσε να βρεθεί «σε έναν τόπο μεγαλύτερο απ’ αυτόν στον οποίο βρισκόταν». Επιθυμούσε «να αυξάνει διαρκώς τον εαυτό του και να επινοεί όλο και μεγαλύτερα τοπία». Το πρόβλημα ήταν πως το εγώ με το οποίο αντιμετριόταν, ισοδυναμούσε στο μυαλό του με το τίποτα. Από την άλλη, «όσο πιο πολύ αυξανόταν, τόσο πιο στριμωγμένος ένιωθε».

Ο Δημήτρης Τσεκούρας βγάζει την πόρτα από το σπίτι του ήρωά του και μας καλεί να κοιτάξουμε στο εσωτερικό. Και τότε βλέπουμε έναν άνθρωπο έντρομο, πανικόβλητο, σε κατάσταση νευρικού κλονισμού, που σκιαμαχεί με τη γλώσσα, αποζητώντας στις λέξεις την αποκατάσταση του αποσαθρωμένου νοήματος. Μείζων μέριμνά του είναι να παραμείνει λογικά σκεπτόμενος, που για εκείνον σημαίνει να μην εκτεθεί γλωσσικά. Προς δυστυχία του, στη νουβέλα κυριαρχεί μια παρανοϊκή, πάσχουσα από λεξιλογική διαταραχή γλώσσα, στραγγαλισμένη από τον βρόχο της τρέλας, σαλεμένη από την ψυχαναγκαστική προσπάθεια να ανακτήσει νοητική ισορροπία. Η γραφή επιμένει με αυτιστικούς σπασμούς σε επαναλήψεις ουσιαστικών και ρημάτων, μεγεθύνει τα πράγματα με κεφαλαία γράμματα, άλλοτε χάνεται σε παρεκβάσεις, απότοκες άδηλων συνειρμών, ενόσω αποδεικνύεται ευεπίφορη σε παραισθήσεις. Η απροκάλυπτη αυτοαναφορική αφήγηση διαλέγεται εμμανώς με το παράξενο ανθρώπινο ον που κρύβεται πίσω από την προσωπική αντωνυμία «εγώ».

Οπως παραδέχεται ο συγγραφέας, ο αφηγητής της ιστορίας, δεσμώτης της αυτοαναφορικότητας, είχε ανέκκλητα παγιδευτεί «στον εγωκεντρικά ασφυκτικό της κλοιό».

Ο Τσεκούρας, δοκιμασμένος τόσο στην πεζογραφία όσο και στη δραματουργία, σκιαγραφεί έναν υπαρξιακό εφιάλτη, όπου αντιβοά η διαπάλη της γλώσσας με άναρθρα ερωτήματα. Ο χώρος και ο λόγος δεσπόζουν στη νουβέλα ως συντελεστές της φρίκης. Ο χώρος συστέλλεται και διαστέλλεται, αναπνέοντας στον ρυθμό της θυμικής παλίρροιας του ενοίκου, ενώ ο λόγος διαφεύγει σε τοπία απόκοσμα, χαρτογραφημένα από έναν νου σε παράκρουση.

Η καταφανής επιδίωξη του συγγραφέα να επιβάλει στη γλωσσική εκφορά των αφηγούμενων έναν υπερθετικό βαθμό, δημιουργεί ενίοτε την εντύπωση της επιτήδευσης. Οσο, όμως, καταπιεστική, και συχνά εκβιαστική, είναι αυτή η πρόθεση, δεν καταλύει τον διάτορο σπαραγμό της γραφής. Η γραφή του Τσεκούρα οιμώζει, ολολύζει, υποφέρει με κάθε της λέξη, παραδέρνοντας μεταξύ έπαρσης και παραπόνου. Και αυτή η γοερή ηχητική κατισχύει κάθε γλωσσικής κατασκευής.