Χάνα Άρεντ και Μάρτιν Χάιντεγκερ – Συνέντευξη του Αλέξανδρου Σχισμένου 4th Σεπτέμβριος 2019 – Posted in: Κείμενα, Νέα

Συνέντευξη του Αλέξανδρου Σχισμένου στην Κατερίνα Σχισμένου με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα χρονών
Δημοσιεύτηκε στο romianews (31/7/2019)
1. Γιατί φτάσατε σ΄αυτή τη σχέση του Martin Heidegger με τη Hannah Arendt και πώς θα μπορούσε να προσεγγιστεί φαινομενικά κάτι τόσο αντιφατικό;
– Η σχέση του Heidegger με την Arendt είναι ένα περίπλοκο ζήτημα, που ξεπέρασε την απλώς ιδιωτική σφαίρα και τέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Ήταν μια σχέση πολυεπίπεδη, που δεν εξαντλείται στο σκανδαλώδες γεγονός του έρωτα μεταξύ ενός μέλους του ναζιστικού κόμματος και μιας Εβραίας. Πέρα από αυτό, έχουμε τη διανοητική σχέση μεταξύ του κορυφαίου Γερμανού φιλοσόφου της εποχής και της κορυφαίας Γερμανοεβραίας θεωρητικού του αιώνα. Μετά τον πόλεμο, όταν ο Heidegger βρέθηκε στο περιθώριο και αποκλείστηκε από τη διδασκαλία λόγω της στήριξής του στο ναζιστικό καθεστώς, ήταν η Arendt που προώθησε το έργο του στις Η.Π.Α., που βοήθησε στη δημοσιοποίηση των νέων εργασιών του και που, εν τέλει, συνεισέφερε στην αποκατάσταση του ονόματός του μετά το νεανικό του «λάθος», σύμφωνα με τα λόγια της. Μάλιστα η ίδια κατηγορήθηκε γι’ αυτό, από ανθρώπους που της χρέωσαν αδυναμία απέναντι στον νεανικό της έρωτα. Ωστόσο η Arendtείχε δίκιο να επιμένει στην σημασία της φιλοσοφικής σκέψης του Heidegger, μία σκέψη πέραν της πολιτικής, με την οποία η ίδια συνομίλησε και από την οποία πήρε τις αποστάσεις της και διαφοροποιήθηκε, χωρίς όμως να την απαξιώσει. Μέχρι το θάνατό της το 1975 οι δύο στοχαστές αλληλογραφούσαν διαρκώς. Ο Heidegger έφυγε από τη ζωή ένα χρόνο μετά από εκείνη, το 1976, χωρίς να απολογηθεί επαρκώς για τις επιλογές του, αλλά αποκατεστημένος, πλέον, ως φιλόσοφος εξαιρετικής σημασίας. Για την αποκατάσταση της φήμης του, η συνεισφορά της Arendt υπήρξε κομβική.
Επιλέξαμε να εκδώσουμε το μικρό κείμενό της για τα 80στά γενέθλια του Heidegger, το οποίο εκφωνήθηκε στο ραδιόφωνο της τότε Δυτικής Γερμανίας το 1969, προκειμένου να δείξουμε τη δική της προσέγγιση στο ζήτημα της σημασίας του Heidegger. Στο ‘Επίμετρο’ προσπάθησα να προσεγγίσω τη σχέση τους μέσα από τα λόγια της Arendt, αναψηλαφώντας, πίσω από τα λόγια της, το διπλό πάθος που τους ένωνε, το πάθος του σκέπτεσθαι και τη σκιά του ερωτικού πάθους.
2.Τι σημαίνει να γίνεται ο Martin Heidegger 80 χρονών στην δική μας εποχή που υπάρχει και η απόσταση να γίνει η κριτική απένατι στη φιλοσοσφική σκέψη αλλά και δράση και των δύο διανοούμενων;
– Ο Heidegger δεν έπαψε να είναι επίκαιρος, για δύο, εν συντομία, λόγους. Ο κύριος είναι η φιλοσοφική του επίδραση και οι ενοράσεις του για ζητήματα που σήμερα είναι ακόμη πιο καίρια όπως η σχέση του ανθρώπου με την μοναδική του ύπαρξη, η σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία, η στάση μας απέναντι στο αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου και την γνώση της θνητότητάς μας. Η Arendt χρησιμοποίησε παρόμοιες ιδέες προκειμένου να συγκροτήσει τη δική της θεωρία για τον ανθρώπινο βίο, που μέσα στον δημόσιο πολιτικό χώρο της δημοκρατίας ξεπερνά τον μόχθο και την εργασία και μέσω της ομιλίας και της πράξεως μετατρέπεται σε ιστόρημα, σε ζωή με νόημα, όταν ο καθένας γίνεται κάποιος. Υπάρχει μια ριζική διαφοροποίηση σχετικά με τον πολιτικό δημόσιο χώρο. Για τον Heidegger είναι ο τόπος της αερολογίας, όπου χάνουμε τον εαυτό μας μέσα στους άλλους, ενώ για την Arendt είναι ο τόπος του ιστορήματος, όπου βρίσκουμε τον εαυτό μας μέσα από τους άλλους. Ο Heidegger υπήρξε αντίπαλος της δημοκρατίας και της δημοσιότητας, ενώ η Arendt υπέρμαχος της δημοκρατικής ελευθερίας και του ελεύθερου λόγου.
Αυτή η διαφοροποίηση μας οδηγεί στον δεύτερο λόγο της επικαιρότητας του Heidegger, που είναι το πρόβλημα της εμπλοκής του διασημότερου φιλοσόφου της εποχής του στο πιο απάνθρωπο και φονικό καθεστώς της Ιστορίας, δηλαδή το 3ο Ράιχ. Πώς μπορεί να συνδυαστεί ο υψηλόφρων φιλοσοφικός στοχασμός με την πιο κτηνώδη βαρβαρότητα; Ο Heidegger δεν έδωσε ποτέ μια σαφή απάντηση. Ασφαλώς η αποστροφή του για τους άλλους και η απαξίωση της πολιτικής δίνουν κάποιες εξηγήσεις, αλλά όχι επαρκείς. Ο χαρακτήρας του, αλαζονικός και εγωιστικός, δίνει κάποιο στοιχείο, αλλά όχι αρκετό. Το παράδοξο παραμένει, ακριβώς διότι το φιλοσοφικό του έργο δεν είναι πολιτικό και δεν εμπεριέχει ούτε ένα στοιχείο φυλετικού ρατσισμού. Ο ίδιος δεν μας βοηθά να λύσουμε το παράδοξο, αφενός γιατί η σιωπή του υπήρξε εκκωφαντική και η άρνησή του να εξηγήσει επίμονη, αφετέρου διότι η πρόσφατη έκδοση (2014) των Μαύρων Σημειωματάριων του ανέσυρε στην επιφάνεια σκόρπιες αντισημιτικές σημειώσεις του που αναζωπύρωσαν το ζήτημα. Πώς αυτός ο άνθρωπος, του οποίου ο δάσκαλος, η ερωμένη και διάφοροι μαθητές υπήρξαν Εβραίοι, πώς συστρατεύτηκε με τους Ναζί; Γιατί αρνήθηκε να μιλήσει για αυτό μετά τον πόλεμο;
Σε αυτά προσπαθεί να απαντήσει η ίδια η Arendt και καλό είναι να την ακούσουμε προσεκτικά πριν φτάσουμε σε βιαστικά συμπεράσματα. Εν τέλει, το ζήτημα μας αφορά ιδιαιτέρως στην εποχή μας, όπου βλέπουμε την αναβίωση της ακροδεξιάς και του φασισμού. Δεν μπορούμε να αποκοιμηθούμε σε κάποια βεβαιότητα για την πνευματική μας ανωτερότητα, ούτε για την ισχύ του πολιτισμού μας. Η περίπτωση του Heidegger μας θυμίζει πόσο εύκολα η αφ’ υψηλού διανόηση συμπλέει με την τυραννία.
3. Ο έρωτας ενώνει τελικά τα ρήγματα και τις διαφορές ή μηπως δεν το καταφέρνει ούτε κι αυτός;
– Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Ας πούμε ότι ο ερωτικός χρόνος μεταξύ των δύο στοχαστών, οι λέξεις και οι χειρονομίες που αναφέρονται και αναβιώνουν τον έρωτά τους, έχει μια άλλη διάρκεια που τέμνει το κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον και αγκαλιάζει τα γεγονότα του βίου. Τα ρήγματα και οι διαφορές που δεν ανήκουν στον ερωτικό χρόνο, κατά τη γνώμη μου δεν μπορούν να ενωθούν μέσω του έρωτα, ο έρωτας δεν μπορεί να καλύψει την Ιστορία. Ο ερωτικός χρόνος δεν είναι δημόσιος, δεν αφορά τους άλλους, είναι διυποκειμενικός και αφορά μόνο τους εραστές. Ενώ τα ρήγματα και οι διαφορές, στην περίπτωσή μας εμφανώς, ανήκουν στον δημόσιο ιστορικό χρόνο, αφορούν τη σχέση μας με την κοινωνία. Μπορεί όμως να διαπεράσει τον ατομικό βίο και, μέσω του έρωτα, οι εραστές μπορούν να υπερβούν τα ρήγματα και τις διαφορές, να ανυψωθούν για μια στιγμή πάνω από αυτές, μέχρι η βαρύτητα του δημόσιου χρόνου να τους ξαναβυθίσει. Κατά τη γνώμη μου, ο έρωτας είναι μια ορμή υπέρβασης της ατομικότητας, αλλά πάντοτε ενώνει δύο ξεχωριστές ατομικότητες, ενώνει δύο ξεχωριστούς ανθρώπους που υπερβαίνουν τον εαυτό τους για να τον ξαναβρούν μέσω του άλλου. Όχι όμως μέσω κάθε άλλου, αλλά του συγκεκριμένου άλλου, του επώνυμου ερωμένου.
Στην ιστορία του Μάρτιν και της Χάννα, βλέπουμε πώς ο έρωτας βοηθά την τελευταία να υπερβεί το απύθμενο χάσμα που άνοιξαν οι επιλογές του πρώτου ανάμεσά τους. Και βλέπουμε πώς ο έρωτας διαρκεί πέρα από τη στιγμή της συνεύρεσης και πώς επιμένει στην ψυχή και το νου ακόμη και όταν το σώμα έχει κορεσθεί και δεν αναζητά πλέον την σωματική επαφή αλλά την ψυχική υπέρβαση.
4. Κατά πόσο επηρέασε τη φιλοσοφική σκέψη ο φιλόσοφος του « Είναι και χρόνος» και πώς φτάσατε εσείς να τον προσεγγίσετε; 
– O Heidegger είναι ένας φιλοσοφικός ογκόλιθος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει. Οι φιλοσοφικές του ιδέες, η επίγνωση ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι χρονική, δηλαδή θνητή και παροδική, η επίγνωση ότι δεν είμαστε απομονωμένα υποκείμενα αλλά ήδη συσχετιζόμενες υπάρξεις, η επισήμανση ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο το επιστημονικό του σχεδιάγραμμα, ότι το νόημα υπάρχει πέραν αυτού που μπορούμε να μετρήσουμε και να ποσοτικοποιήσουμε, ανανέωσαν τη φιλοσοφική σκέψη. Από τον Σαρτρ έως τον Ντεριντά, μια μεγάλη υπαρξιακή και ‘αποδομιστική’, όπως λέγεται, παράδοση πηγάζει από αναγνώσεις του Heidegger, ακόμη και αν ο τελευταίος τις αποκήρυξε. Ο Heidegger διδάσκει ότι ο χρόνος δεν είναι κάτι εξωτερικό που υφιστάμεθα, αλλά ότι εμείς είμαστε χρόνος, ότι είμαστε τα όντα που ζουν έχοντας γνώση του χρόνου και επίγνωση της θνητότητας. Γιατί είμαστε τα όντα που αναρωτιούνται για το νόημα της ύπαρξής τους, που θέτουν το ερώτημα του νοήματος, το ερώτημα της ύπαρξης, το ερώτημα του Είναι, που έρχονται αντιμέτωπα με την αναπόδραστη βεβαιότητα του θανάτου. Είναι μια σκέψη δύσκολη και κάποιες φορές παράδοξη και αρκετές φορές σκληρή και αντιδραστική, μα επίσης μια σκέψη που μας βγάζει από την αποστειρωμένη αντίληψη του ανθρώπου ως μηχανής.
Κατά τη γνώμη μου ούτε μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Heidegger, ούτε μπορούμε να τον παραβλέψουμε. Ο μόνος τρόπος είναι να συνομιλήσουμε κριτικά μαζί του, υπό το φως της δικής μας εποχής, όπως με όλους τους μεγάλους φιλοσόφους του παρελθόντος, όπως πχ με τον Πλάτωνα ή τον Μαρξ.
Οι εκδόσεις Έρμα, χάρις στην φιλοπονία και τις πλατιές γνώσεις του εκδότη, Νίκου Κατσιαούνη, έχουν αναλάβει να μας δώσουν την ευκαιρία αυτής της συνομιλίας. Και όπως έχουν κάνει ήδη με προηγούμενες εκδόσεις, όπως τα κείμενα του Benjamin για τον Μπρεχτ ή τον διάλογο Ρικέρ – Καστοριάδη, έτσι και με αυτό το δοκίμιο της Arendt για τον Heideggerμας φέρνουν, ως αναγνώστες, μπροστά στην ευθύνη μιας νέας ερμηνείας. Το ερώτημα, τι έχει να μας πει σήμερα η Arendt για τον Heidegger, τι σημασία έχουν τα λόγια της για εμάς σήμερα, είναι το ερώτημα στο οποίο ο κάθε αναγνώστης καλείται να απαντήσει με τον δικό του τρόπο, τιμώντας έτσι, όχι μόνο τους δύο εν λόγω στοχαστές, αλλά τα ίδια τα προβλήματα της καθημερινότητας και της Ιστορίας μας.