Λευτέρης Χουντουλίδης, Η σκέψη που σκέφτεται τη σκέψη της (Χάνα Άρεντ, Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα χρονών) 20th Οκτώβριος 2019 – Posted in: Κριτικές, Νέα

Λευτέρης Χουντουλίδης

Η σκέψη που σκέφτεται της σκέψη της

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (20/9/2019)

Τι αξία έχουν οι χρονολογίες για τη ζωή των ανθρώπων; Για κάποιους σηματοδοτούν μια καταλυτική γνωριμία, τη γέννηση ενός παιδιού. Για άλλους τη συμμετοχή σε ένα κοσμοϊστορικό κοινωνικό-πολιτικό γεγονός, τη μεταστροφή του χαρακτήρα που εκτίθεται στην άβυσσο του res publica, του δημόσιου πράγματος.

Τι κοινό έχουν, ωστόσο, τα παραπάνω ως προς την αξία τους; Μα το ότι εκείνη αυξάνει όσο απομακρυνόμαστε από αυτά, όσο η σκέψη τού τώρα σμίγει με την ανάμνηση τού κάποτε και, ως σκέψη της ανάμνησης κι ανάμνηση της σκέψης, συστήνει το κράμα που κάνει δυνατή όχι μόνο την αξιολόγηση αλλά και την αξιοθεσία τους: την ταξινόμησή τους προς τη σμίλευση της αναγκαίας, για τη συνείδηση, ιστορικότητας του εαυτού, που θα έλθει απ΄ το μέλλον για να συγκροτήσει το εκάστοτε παρόν, που θα έχει γίνει πια παρελθόν. Αυτό που είμαστε μέλλεται να συγκροτηθεί από αυτό που θα σκεφτούμε −και συνάμα θα θυμηθούμε− πως είχαμε υπάρξει.

Εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιαιτερότητα του σύντομου αυτού «ιστορήματος» –όπως το χαρακτηρίζει εύσχημα στο κατατοπιστικό επίμετρό του ο Αλέξανδρος Σχισμένος– που δημοσιεύει η Χάνα Αρεντ στο γερμανικό περιοδικό Merkur με αφορμή τα ογδοηκοστά γενέθλια του Μάρτιν Χάιντεγκερ το 1969: σε αντίστιξη με τις παραπάνω, η αξία –και η αξιοσύνη– της χρονολογίας τούτης δεν θα βρει την αξία της στο μέλλον.

Οταν ο Μάρτιν Χάιντεγκερ γίνεται ογδόντα χρόνων, φαίνεται πως όλα έχουν ήδη πια ειπωθεί: Η πολυτάραχη σχέση του με την Αρεντ, παλιά μαθήτρια κι ερωμένη του μεγάλου δασκάλου, η βαθιά πληγή για ολόκληρη τη φιλοσοφική σκέψη, αλλά και τη σκέψη για τη φιλοσοφία, εξαιτίας της ενεργής συμμετοχής του στο ναζιστικό καθεστώς, η επικινδυνότητα που ταλανίζει διαχρονικά −από τον Πλάτωνα τουλάχιστον κι έπειτα− τη σχέση του φιλοσόφου με την εξουσία και την αρχή.

Τι αξία έχει τότε για εμάς το σύντομο τούτο ιστόρημα-σκαρίφημα; Μα την ιστορική ευκαιρία που μας παρουσιάζεται να ψηλαφίσουμε ένα «κάποτε» που υπήρξε για «κάποιον» «κάτι» –για την Αρεντ–,·τη σημασία που μπορεί να αναφαίνεται στα πράγματα, όχι από το μέλλον προς ένα παρόν που είναι πια παρελθόν, αλλά από το παρελθόν προς ένα παρόν στο οποίο παρεμβλήθηκε ένα μέλλον, στο εδώ-τώρα της δημοσίευσης στο Merkur.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα σπάνιο ιστόρημα σκέψης για τη σκέψη, για τον Χάιντεγκερ και τη σκέψη του, για τον τρόπο με τον οποίο εκείνος σκέφτηκε όχι τα πράγματα ούτε τη σκέψη που σκέφτεται τα πράγματα, αλλά τη σκέψη που σκέφτεται την σκέψη της – κι εδώ εντοπίζει ρηξικέλευθα η Αρεντ τη μοναδικότητα του τρομερού Γερμανού απ’ όταν ήταν ακόμη ένας ταπεινός «Privatdozent» του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ.

Ετσι θα συνοψίζαμε, πράγματι, το ιστόρημα τούτο: ως ένα στιγμιότυπο των παθημάτων και των μαθημάτων της σκέψης που σκέφτεται τον εαυτό της, του μεγαλείου της ενατένισης των άστρων από τον Θαλή και συνάμα της γελοιότητας της πτώσης του στην τρύπα του πηγαδιού, διαχρονικού συμβόλου της οδυνηρής συνάντησης της αιθέριας μεταφυσικής με τη σκληρή πραγματικότητα τούτου του κόσμου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αρεντ δεν θα ξεφύγει από τον προσφιλή παραλληλισμό του Χάιντεγκερ με τον Πλάτωνα, χωρίς ωστόσο να παραλείψει την επισήμανση της καίριας διαφοράς τους, που επεξέτεινε την τραγωδία της εμπλοκής με τον ναζισμό: ο δεύτερος επιχείρησε την εφαρμογή των πολιτικών του δοξασιών στις Συρακούσες, μακριά από την πατρίδα του, ενώ ο πρώτος από καταμεσής της. Ακόλουθα όμως, η Αρεντ δεν θα ντραπεί να επισημάνει κι άλλες διαφορές, πιο ευεπίφορες για τον σκανδαλισμό του αναγνώστη: το «λάθος» του Χάιντεγκερ με τον ναζισμό είναι ένα λάθος «διαφορετικό» από αυτό των λοιπών εμπλεκομένων.

Η επανόρθωση του «λάθους» ήταν κι αυτή, επί τα βελτίω, διαφορετική. Η τρύπα του πηγαδιού στην οποία πέφτει κι εκείνος, σαν άλλος Θαλής, συγγενεύει στενά με τα περίφημα «Holzwege» του, τα μονοπάτια-λαγούμια του, που όσο τον οδήγησαν σε ένα αδιέξοδο για την πραγματικότητα του κόσμου άλλο τόσο υπέσκαψαν, άπαξ και διά παντός, το ήδη πορώδες υπόστρωμα της παραδοσιακής μεταφυσικής.

Πρόκειται, εντέλει, για ένα ιστόρημα του οποίου κανείς δεν πρέπει να υποπέσει στον πειρασμό να εξετάσει ούτε την ένταση, ούτε την έκταση, ούτε την αφορμή, ούτε την απεύθυνση. Και τούτο διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μεταιχμιακό αφήγημα στο όριο μεταξύ ιδιωτικού σημειώματος και δημοσιολογήματος. Η Αρεντ βρίσκει τα ογδοηκοστά γενέθλια του Χάιντεγκερ τόσο ως αφορμή για να μας μιλήσει για το «ενεργό πάθος» για τη σκέψη και τις περιπέτειές της όσο, επί τούτου, και την αφορμή να εκφράσει με ενεργό πάθος τις περιπέτειες του Χάιντεγκερ με τη σκέψη αυτή την ίδια.

Εδώ έγκειται, στο κάτω κάτω της γραφής, η αξία ενός παρελθόντος που μεταγγίζει εκείνο αυτή τη φορά την ενέργειά του σ’ ένα μέλλον που σταματά στο παρόν του 1969 και το οποίο πυροδοτείται από τούτο το σύντομο σημείωμα-ιστόρημα: στη διάνοιξη, πάντα και πάλι, ενός οιονεί ενεστώτα μιας προβληματικής του στοχασμού για τον στοχασμό, όχι τόσο του φιλοσόφου Χάιντεγκερ αλλά κυρίως του Χάιντεγκερ ως ανθρώπου − δηλαδή, ως του «όντος» εκείνου που κατεξοχήν «σκέφτεται» με ενεργό πάθος την ίδια του τη σκέψη, και ξανά απ΄ την αρχή, πάλι και πάντα.