Φιλήμονας Πατσάκης – Συνομολόγηση με το κακό του ναζισμού (Klaus Mann, Μεφίστο) 15th Ιανουάριος 2020 – Posted in: Κριτικές, Νέα

Φιλήμονας Πατσάκης

Συνομολόγηση με το κακό του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (10/1/2020).

Από την πρώτη σελίδα ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου ένα κλασικό έργο. Δεν είναι μόνο η τόσο δυνατή γραφή όσο το ότι γρήγορα νιώθεις τον ίλιγγο μιας ερμηνείας που διαρκώς σου διαφεύγει. Καθώς λοιπόν συνεχίζεις να αναζητάς, να το διαβάζεις, νιώθεις έντονα ότι απευθύνεται σ’ εσένα και σε ένα διαρκές τώρα. Αυτή είναι μια γραφή που παρεκκλίνει από νόρμες και πρόσκαιρες στοχεύσεις. Παρόλο που οι στοχεύσεις του Klaus Mann είναι η αθλιότητα που γεννιέται γύρω του, και τονίζει έναν θυμό που σχεδόν δεν μπορεί να κρυφτεί, παρόλο που γίνεται τόσο υπέροχη ειρωνεία, στοχεύει στο σήμερα με τόση ακρίβεια που σε κάνει να απορείς. Ο Klaus Mann γράφει πολύ, εκτός όλων των άλλων γράφει και παρουσιάζει πρωτοποριακές θεατρικές παραστάσεις που, αν μη τι άλλο, δημιουργούν έντονη συζήτηση.

Οπως θα μας πει και ο Δημήτρης Τσεκούρας στο πολύ ωραίο Επίμετρό του, ο συγγραφέας ήρθε σε σύγκρουση με το μεγαλοαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, οι σοσιαλιστικές του ιδέες, η αγάπη του για τις ναρκωτικές ουσίες, η ομοφυλοφιλία του, που ουδέποτε προσπάθησε να κρύψει, ήταν οι εμφανείς λόγοι μιας τέτοιας σύγκρουσης. Ομως φαίνεται ότι η κυριότερη αιτία σύγκρουσης είναι η ανυποχώρητη στάση του σε όλα, μια στάση της οποίας την ένταση καταλαβαίνουμε από την πρώτη σελίδα αυτού του συγκλονιστικού έργου. Προκλητικός ακόμα και στον θανατό του, αυτοκτονεί στις 21 Μαΐου του 1949, αφού η φρίκη γύρω του θεωρητικά είχε λάβει τέλος· ο θάνατός του λειτουργεί και ως υπενθύμιση ότι η φρίκη ελλοχεύει και τώρα. Ηταν 42 ετών.

Γράφει τον «Μεφίστο» το 1936, προλέγει και μας εκθέτει μια απίστευτη τοιχογραφία μιας κοινωνίας που κινείται προς τον ολοκληρωτισμό, μιας κοινωνίας που γεμίζει, όχι ξαφνικά, με τον φόβο, τον ρατσισμό, την αποκτήνωση, τη λογοκρισία, τον χαφιεδισμό. Μια κοινωνία που βλέπει μπροστά της τι σημαίνει το δικαίωμα της εξουσίας να ορίζει ποια ζωή είναι άξια να βιωθεί. Παρακολουθούμε τη ζωή του Χέντρικ Χέφγκεν που, από ικανός ηθοποιός του θεάτρου με σοσιαλιστικές επαναστατικές σκέψεις, μεταμορφώνεται σε κύριο εκπρόσωπο της πολιτιστικής προπαγάνδας των ναζί, φτάνοντας στην προεδρία του κρατικού θεάτρου. Με λογοτεχνική μαεστρία βλέπουμε τη μεταλλαγή αυτή να έρχεται με μια φυσικότητα που τρομάζει. Ο συγγραφέας καταφέρνει να αναδείξει με πραγματικά άψογο τρόπο και τις τύψεις του Χέφγκεν οι οποίες καταλήγουν να κάνουν την εξαχρείωσή του ακόμα πιο αποκρουστική.

Ομως το σημαντικό είναι ότι το εξαίσιο αυτό λογοτεχνικό έργο έρχεται να μας μπολιάσει με πολλές ερωτήσεις που κινούνται πέραν του ιστορικού πλαισίου στο οποίο γράφτηκε ο «Μεφίστο». Στη σχέση του κάθε ανθρώπου με το πλαίσιο εξουσίας, με την ηθική, και την σχέση της τέχνης με όλα αυτά. Το έργο ξεκινά με το πρελούδιο το οποίο είναι τουλάχιστον αριστουργηματικό· εκεί μας περιγράφει μια ναζιστική γιορτή με τόση ειρωνεία, με τόση ομορφιά στη γραφή του, που έχουμε την αίσθηση ότι παρακολουθούμε τη γιορτή κάθε εξουσίας.

Θα μπορούσα να παραθέτω ασταμάτητα σκηνές και διαλόγους από αυτό το ευφυές έργο, λόγω του περιορισμένου χώρου, όμως, θα σταθώ σε δύο σημεία. Καθώς οι τόσο καλοσχηματισμένοι χαρακτήρες παρελαύνουν από μπροστά μας, θα επικεντρωθούμε σε δύο. Στους νεαρούς Οτο Ούλριχς και Χανς Μίκλας. Εκεί η μαεστρία αλλά και η ίδια η τοποθέτηση του συγγραφέα φτάνουν στα επίπεδα του κλασικού. Οι δύο αυτοί εκ διαμέτρου αντίθετοι ιδεολογικά άνθρωποι έχουν κοινή μοίρα και ένα νήμα που τους ενώνει, αυτό που ξεκινά από μια έντονη αξιοπρέπεια και την αίσθηση του πόνου. Ενός πόνου που αναζητά νόημα και δημιουργεί μια ανάγκη ανασύστασης του κόσμου. Ο Klaus Mann είναι σαφώς με τον Ούλριχ, αλλά δεν χλευάζει τον εθνικοσοσιαλιστή Μίκλας. Ούτε αυτός ούτε ο Ούλριχ τον εγκαταλείπουν και, όταν είναι ο πρώτος που νιώθει την αθλιότητα του νέου καθεστώτος, τον ακολουθεί τρυφερά ώς την εκτέλεση του. Ο Ούλριχ και ο δικός του προδιαγεγραμμένος χαμός είναι το τελευταίο κατασκευασμένο άλλοθι του εξαχρειωμένου Χέφγκεν. Τα κομμάτια με τις δικές τους παρουσίες είναι πραγματικά απολαυστικά. Τα μάτια του Ούλριχ «είχαν δει αυτό που δεν βλέπει μάτι ανθρώπου, χωρίς να τυφλωθούν βλέποντας την τεράστια αθλιότητα, την εντελώς γυμνή, εντελώς αποχαλινωμένη μικροψυχία που ήταν οργανωμένη με τρομερή σχολαστικότητα, την απόλυτη και ολοκληρωτική κακία που βασανίζει ανθρώπους μέχρι θανάτου την ίδια στιγμή που είναι περήφανη για τον εαυτό της, παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και δοξάζεται ως πατριωτική πράξη».

Και ερχόμαστε σε ένα ευρηματικό σημείο του βιβλίου που πραγματικά σε καθηλώνει. Καθώς ο ήρωάς μας βρίσκεται στο απόγειο της ναζιστικής δόξας του, διαλέγει να αναμετρηθεί με τον Αμλετ. Στη διαδρομή για αυτή του την απόφαση, ο Mann φτιάχνει μια υπέροχη κωμωδία γύρω από ποια έργα μπορεί ένας διευθυντής του συγκεκριμένου θεάτρου να ανεβάσει, χωρίς να κινδυνεύει άμεσα με τον θάνατο ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τη δυσμένεια. Ο Αμλετ λοιπόν. Στον υπέροχο διάλογο που έχουν ο Χέφγκεν με τον Αμλετ, ο Δανός πρίγκιπας του λέει ξεκάθαρα «Δεν είσαι ο Αμλετ» – και δεν θα γινόταν ποτέ, γιατί, όπως του εξηγεί, «Δεν έχεις υποφέρει αρκετά και αυτά που έμαθες δεν είχαν για εσένα άλλη αξία πέρα από έναν ωραίο τίτλο και ένα μεγάλο μισθό».

Πράγματι ο Δανός δεν μπορεί να μπει στο ρεπερτόριο του ναζισμού. Ο Αμλετ περιφέρει τη γενική δυσθυμία του, εκρήγνυται μέσα στις συμβάσεις της παραδοσιακής τάξης, την οποία κατ’ ανάγκη εκπροσωπεί. Ομως, παρόλο που θα έπρεπε να συνδέσει τις ψηφίδες αυτές του απόλυτου, ο Αμλετ στοχάζεται πάνω στη ζωή και τον θάνατο των αληθειών. Η φωνή του Μάρκελλου ακούγεται παντού στο έργο: «Υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανίας». Πώς να το προσπεράσεις; Πράγματι, η φράση του Αμλετ «ξεχαρβαλώθηκε η ζωή» αντηχεί στους αιώνες της ανάγνωσης, προβοκάροντας την εξουσία. Και αν η ουσία της ερώτησης «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» βρίσκεται στο πώς να ζει κανείς, ο Χέφγκεν έχει μπροστά του ένα αξεπέραστο εμπόδιο. Και έτσι αποτυγχάνει παταγωδώς. Γι’ αυτό θεωρώ ότι οι συντελεστές της έκδοσης έπραξαν ευφυώς να βάλουν στο εξώφυλλο τον Δανό να κοιτάει τη νεκροκεφαλή του.

Το «Μεφίστο» είναι ένα έργο υπέροχο που ευτύχησε με την πάρα πολύ καλή μετάφραση από τη Σοφία Αυγερινού. Ενα βιβλίο που μας θέτει διαρκώς ερωτήσεις για το σήμερα, μέσα από χαρακτήρες τόσο ζωντανούς και δουλεμένους. Πολλοί άνθρωποι της τέχνης και της διανόησης θα βρουν στοιχεία του εαυτού τους μέσα στην πορεία του Χέφγκεν· γι’ αυτούς, τα πρόσωπα και τα στοιχεία του έργου είναι πραγματικά.